Δευτέρα, 1 Δεκεμβρίου 2014

ΕΠΙ ΜΝΗΜΑΤΩΝ (Δ. ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ)



ΕΠΙ ΜΝΗΜΑΤΩΝ (Του Δημήτρη Λιαντίνη)



Εγώ Δημήτριος Μονομάχος, εγκάτοικος στο συρματόπλεγμα της ανθρώπινης βουής, για να περιγράψω ό,τι στοχάζομαι λέγω:
...................................................................................................

Είδα τους ξωμάχους ξεγελασμένους, να κοάζουν στα λατιφούντια της στεκάμενης χώρας.

Τους μισούς πλεγμένους στο βούρλο, και τους άλλους αποκάτω στη ρίζα της πικροδάφνης.

Και απάνω τους ζούνιζε σύννεφο το κουνούπι. Και η τεφρή λασπουριά να τους βαρεί στο λαιμό.

Τους σποριάδες στους πέντε ανέμους, που το χέρι τους έδινε κι έπαιρνε ωραίο θυμιατό των αγρών.

Τους βοσκούς να κουβαλούν το ταγάρι του Μάη στον ώμο, καθώς ο Χριστός το αρνί της λευκότης του.

Και στο βυθό, των μαργαριταριών τους ψαράδες, που μάζευαν ένα – ένα, από την πίσω μεριά του σκυλόψαρου, το δικό τους δάκρυο.

Και άρχιζαν από της Παναγιάς της Μεσοσπορίτισσας έως μπρος πίσω στ’ Αη-Γιαννιού του Ριγανά να προσπέφτουνε και να δέουνται.

Κάτω από τα εικονίσματα των βουνών και το μεγάλο αχειροποίητο τρούλο.

Όταν αστρονομίζουνταν, άλλοτε με το πέταγμα του χελιδονιού στα χαμηλά, κι άλλοτε με της γάτας το νίψιμο ή το λάλημα του χοχλιού στα ψηλώματα.

Και το πιο συχνά διαβάζανε το φεγγάρι. Πούθε έγερνε και τι κύκλους είχαν τα μάτια του.

Και με το χέρι κράταγαν πάντοτε την καρδιά τους, να τους σφίγγει ανάμεσα ελπίδα και φόβο. Καθώς οι άρρωστοι, που δε φτάνει ο γιατρός στο χωριό τους.

Γιατί δε βόλευε ν’ απεργήσουνε του καιρού, ούτε να πετροβολήσουν τις αύρες και τα χαλαζοβόλα.

Κάθε που του καλού καθούμενου κατέβαιναν να τους μαστιγώσουν στο πρόσωπο, και να τους μαυρίσουν το μάτι.

Όμως, κυττάζοντας πέρα από την ορφάνια τους, έβλεπες τον ορίζοντα καθαρό. Σα να ‘χε η καταιγίδα περάσει, και να τραβούσε γι’ αλλού.

Και οι ξωμάχοι να κατοικούν τις καλλιεργήσιμες λίμνες, που είχαν αποξηρανθεί οι αρρώστιες.

Παρά δε από το στέγνωμα του δικού τους κορμιού, και όχι από τη φροντίδα του κράτους. Όπου έμοιαζαν να αναπνέουν.

Σε μεγάλη απόσταση μέσα στην ευωδία του δυόσμου.

Και το πράγμα γινότανε καθαρό προπαντός στα τρυγοπατήματα. Όποταν έβραζε στα πιθάρια το μυστικό σταφύλι.

Όσο να καθαρίσει σε κρασί και η μαντοσύνη του να λυθεί στη γλώσσα του Διονύσου.

*
Έτσι στερνός, ο κορυφαίος των ξωμάχων παρέλασε στο θέατρο του Ηρώδη και της Ρηγίλλας.

Λίγο ψηλότερα από τις μαρμαρωμένες πλάκες σηκώνουντας το φέρετρο με το είδωλον του αιώνος.

Αυτός

Ο τελευταίος Έλληνας

Που πια τό ‘βλεπες φως φανάρι, ότι πίσω από την προσωπίδα του έλαμπε η υγεία του άγουρου.

Που ερχότανε από το νησί του Μίνωα και τη δυναστεία των Ατρειδών και τον πρώτο καιρό της γεωμετρικής άνοιξης.

Και ίσα στο σκαλοπάτι της έξοδος, είχε μία – μία περάσει τις λυκοποριές του  Ω ς  π ό τ ε,  ω ς  π ό τ ε , και του  Π ρ ο ς  τ ι,  π ρ ο ς  τ ι;  κ α ι  τ ο υ  φ τ ά ν ε ι  π ι α,  φ τ ά ν ε ι  π ι α.

Ωσάν να επερίμενε τους όσους, καθώς τα κορίτσια ωραίους, και καθώς τα δένδρα αληθινούς, και καθώς τους ποιητές ελάχιστους, για να βοήσει μαζί τους:

Θα τη φέρουμε την Ευρυδίκη πάλι
Σ τ ο φ ω ς,   σ τ ο φ ω ς,   σ τ ο φ ω ς.


1 σχόλιο:

  1. μοναδικό ..σαν εκείνον.....σοφό...σαν εκείνον...Φως...σαν εκείνον.....

    ΑπάντησηΔιαγραφή