Παρασκευή, 14 Νοεμβρίου 2014

(ΚΑΠΟΙΕΣ...) "ΩΡΕΣ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ" (Δ. ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ)



ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΛΙΑΝΤΙΝΗ ΑΠΟ ΤΟ "ΩΡΕΣ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ"



ΚΥΚΝΟΣ
Ξεχαστήκαμε σ’ ἐκκλησιές ἀλειτούργητες
ἀπό τοῦ Λεονάρντο τά χρόνια.
Κρεμάσαμε στόν τοῖχο
τήν ἔμορφη πατρόνα τοῦ ρέμπελου
εἰκόνισμα μιᾶς ἀρχέγονης νιότης.
Σε λίμνες
σφηνωμένες στά γένια τῶν βράχων
εἴδαμε τήν ὄψη μας ξένη
νά σκιάζεται τό χαλικισμό τῶν ἀετῶν.
Αὐτό πού ἱστορήσαμε δέν ἦταν δικό μας.
Τούς τζοχανταραίους τῶν πρίνων
στά χαρακώματα κόκκινων λόφων
νά συντρίβουν τό δόρυ τοῦ χειμῶνα.
Τό χορό τῆς πρωίας
πού κρύφτηκε στά σπλάχνα τῆς ὀξυᾶς
καί στή συνοφρύωση τῆς ἀκίνητης πέτρας.
Ὁ δικός μας ἀγώνας
ὁ δικός μας καημός
θάφτηκε στήν ἄκρουγη κόρδα μιᾶς λύρας
πού σάν τήν ἀγγίξεις θά σπάσει.


ΚΡΙΟΣ
Ἀφήνει τόν νυσταγμένο κάμπο
νά καλαμίζει ἀσημένιες κλωστές
καί χαράζει μέ τ’ ἀκράνυχα τοῦ ποδιοῦ στά χαλίκια
πόσα μεσημέρια τόν εἶδαν
να συγυρίζει τό παπάζι ἀκριβῆς ὀδαλίσκης.
Μέσα στά ἰσόπεδα κυττάγματα
στούς ἀντίδικους ἀναπαημούς τῆς ἄλλης
πλαγιᾶς
στό χελιδόνισμα σκλαβωμένων νερῶν
καί στόν περιβολάρη τό χάρο.
Γιά λίγο παύει νά μηρυκάζει φύλλα σιωπῆς
καί ξεμακραίνοντας κομμάτι
ἀντροκαλιέται τόν ἴσκιο τῶν βράχων.


ΚΟΡΑΞ
Ξεραμένες ἁλυκές τ’ οὐρανοῦ τά μάτια.
Σαράντα μέρες κλάματα,
σαράντα νύχτες κλάματα.
Ὕστερα ἀπό τήν αἰχμαλωσία στήν ἄμμο
τό κυνηγητό στήν κοκαλίστρα
τή φωνή πού κρύφτηκε στήν κόψη τῶν σκορπιῶν
καί τά μαλλιά πού γενήκανε φίδια.
Ὕστερα ἀπό τό φονικό καί τό τίμημα
στό ζερβί ὦμο τῆς μετάνοιας
κούρνιασε κιόλας ἡ πρώτη τύψη.


ΚΕΝΤΑΥΡΟΣ
Πρωί καί χλιμιντρίζουν τ’ ἄλογα
σκοινιασμένα στούς ἀφρούς τῆς ἀμεταμέλητης θάλασσας.
Βουή ἀπό γυμνά φύλλα τιμωρημένα
μέ σαράντα ραβδισμούς στήν ἀγορά τῶν ἀνέμων
σκαρφαλώνει στήν ὠμοπλάτη της Κυριακῆς
καί τά νερά του Πήλιου.
Ἐδῶ σαρακώνει τῶν ἑρπετῶν ὁ ἰχώρας
τήν μεστή νωχέλεια τῆς γαλήνης
καθώς ἡ σκουριά τίς φλέβες τοῦ μάρμαρου.
Καί τά φτερά τῆς ἀθάλης συντάσσει ὁ καιρός
μέ τά ξανθά ἀετώματα νά ἀντιδικήσουν
τώρα πού στόν ὕπνο τῆς ἐλιᾶς
ἀνυφαίνει ἡ ἀράχνη ἕνα δίχτυ ρυτίδες.
Τῶν ἀγρῶν ὅλοι οἱ μίσχοι λάγνοι
σαλεύουνε καί λούζονται
στήν κολυμπήθρα τῶν σπασμῶν.


ΖΥΓΟΣ
Ἐπίσημη ξένη καί ὡραία πού γυμνώνεις
τό χαῖρε
καί τόν ἥλιο ὡς τό κόκκαλο,
πού σπέρνεις τήν πλευρά τῆς χίμαιρας.
Σέ χαιρετοῦν
σάν ἀνοίγουν οἱ ὧρες μας
μέ τά φτερά τῶν ἀνέμων μαρμαίροντα
μέ τά τραγούδια στά γενέθλια τῆς θάλασσας.
Σε χαιρετοῦν
σάν βουλιάζουν οἱ πόθοι μας
διάττοντες γλάροι στήν κλεψύδρα τοῦ γέλιου σου,
ἐθελοντές τοῦ πανάρχαιου ἔπους
μέ τά κύκλια γυρίσματα.
Ἐπίσημη ξένη καί ὡραία
καλῶς μᾶς κόπιασες ὡς νά κοπάσεις.



ΚΥΝΕΣ ΘΗΡΕΥΤΑΙ
Ἱππήλατο ξεκίνημα ἀπό τό προγονικό μετόχι
στήν πύλη τοῦ νεροῦ καί τῆς φωτιᾶς.
Τέρμα θεληματικό σέ διάσελο
κρεμασμένο
στήν ἐρείπωση ἀκατέλυτου οὐρανοῦ.
Σά νά γλυστράει τό ἕλκυθρο ἀχτινότροχο
κάποιας ἀλαργινῆς βεβαιότητας.
Τά δέντρα διανεύουν, καί χαιρετοῦν, καί σεβάζονται.
Ἤ λυγίζουν
στό βίαιο πέρασμα ἄνεμου καρποφόρου.
Νάταν οἱ Μοῖρες, νάταν οἱ Μυροφόρες;



ΑΕΤΟΣ
Θα γενεί τρόπος να λυγίσει
η επιμονή του αλυσοδεμένου Νόστου.
Με το φως βιάζοντας τα λοξά περάσματα
Και με το φως υλοτομώντας
διάσελα και ντερβένια στα πετρωτά βουνά
της Θηροφόνης και της Ελαφηβόλου
Δεν θα ελαττωθούν τα έλατα.
Και μήτε που θ' αρνηθούν οι ήχοι να στέρξουν
τη σιωπή να λειτουργήσουν
με νιάκαρες πολεμικές και ταμπούρλα.
Έως ότου σταλάζοντας στάλα τη στάλα
στη Μονή Δοχειάριου
αθανατίσουν τα ύψη.
Και το Δύσκολο βολετό θα γενεί
καθώς το μειλίχιο ήθος των χρωμάτων
θα νικήσει τη μοχθηρία των λιθαριών.
Ένα θυμωμένο φαρί
αλωνίζει τους ορίζοντες
καθώς ο τιμωρός με την πληγή Αχιλλέας.
Με χρυσά τα πέταλα
και μαλαματένια καρφιά
που τα τροχίζει της αστραπής το ακόνι .


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου