Τρίτη, 29 Ιουλίου 2014

ΔΥΩΝ ΗΛΙΟΣ (Φ. ΓΚΙΚΑΣ)



ΔΥΩΝ ΗΛΙΟΣ (Του Φώντα Γκίκα)


Πάντα,
μα πάντα το γαλανό χρώμα
βρίσκει τον τρόπο
να μου διαταράξει
τις αναμνήσεις από το αντάρτικο.
Τότε που πολεμούσα τη σκιά μου,
μόνο και μόνο
για να διασώσω την παράνοιά μου…
Το γαλανό χρώμα έχει το χάρισμα
να μου διαλύει την αυταπάτη
ότι τα ύψη είναι εχθροί μου.
Να τρέξω να προλάβω
τα λούτρινα βράχια
προτού να λιώσουν.
Να προφτάσω να κρατήσω
την άσπρη πέτρα σφιχτά
προτού την ποδοπατήσουν
οι διχαλωτές σαγιονάρες
του πολιτισμού…
Μαυρίζει το δέρμα μου
για να μη μαυρίσει η ψυχή μου.
Ο μεγαλύτερος δείκτης προστασίας
είναι η αγκαλιά ενός φίλου.
Ο ήλιος ανοίγει διάλογο
με το πρόσωπό μου
– θέλω δε θέλω.
Περιμένω να πάρω
την εκδίκησή μου
λίγο μετά τις οκτώμιση.
Ηδονίζομαι να τον βλέπω να δύει.
Απ΄ το πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου,
απ΄ το μπαλκόνι, απ΄ οπουδήποτε…
- Πέσε… πέσε…
λέω από μέσα μου.
Σήμερα μου επεφύλασσε έκπληξη.
Έδυσε όντας – σχεδόν – τετράγωνος.
Τουλάχιστον στη φαντασία μου.
Σα να ΄θελε να μου χαλάσει
την ικανοποίηση να τον βλέπω να πέφτει…
Σα να ΄θελε να με κάνει
να τον σκέφτομαι μέχρι
να τον ξαναδώ να εμφανίζεται.
Το δέρμα δεν μπορεί να μαυρίσει
μετά τη δύση του ήλιου.
Η ψυχή όμως μπορεί…

Κυριακή, 27 Ιουλίου 2014

ΣΟΦΑ ΛΟΓΙΑ - ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΗ ΤΟΥ Θ. ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗ



Ο Θ. ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ ΜΙΛΑΕΙ ΣΤΗ ΠΝΥΚΑ ΣΤΟΥΣ ΝΕΟΥΣ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΤΟΥ ΚΑΙ ΔΙ' ΑΥΤΩΝ ΑΠΕΥΘΥΝΕΤΑΙ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΑ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ...


Εις τον τόπο τούτο, οπού εγώ πατώ σήμερα, επατούσαν και εδημηγορούσαν τον παλαιό καιρό άνδρες σοφοί, και άνδρες με τους οποίους δεν είμαι άξιος να συγκριθώ και ούτε να φθάσω τα ίχνη των. Εγώ επιθυμούσα να σας ιδώ, παιδιά μου, εις την μεγάλη δόξα των προπατόρων μας, και έρχομαι να σας ειπώ, όσα εις τον καιρό του αγώνος και προ αυτού και ύστερα απ' αυτόν ο ίδιος επαρατήρησα, και απ' αυτά να κάμωμε συμπερασμούς και δια την μέλλουσαν ευτυχίαν σας, μολονότι ο Θεός μόνος ηξεύρει τα μέλλοντα. Και δια τους παλαιούς Έλληνας, οποίας γνώσεις είχαν και ποία δόξα και τιμήν έχαιραν κοντά εις τα άλλα έθνη του καιρού των, οποίους ήρωας, στρατηγούς, πολιτικούς είχαν, δια ταύτα σας λέγουν καθ' ημέραν οι διδάσκαλοί σας και οι πεπαιδευμένοι μας. Εγώ δεν είμαι αρκετός. Σας λέγω μόνον πως ήταν σοφοί, και από εδώ επήραν και εδανείσθησαν τα άλλα έθνη την σοφίαν των...

...Όταν αποφασίσαμε να κάμωμε την Επανάσταση, δεν εσυλλογισθήκαμε ούτε πόσοι είμεθα ούτε πως δεν έχομε άρματα ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε «πού πάτε εδώ να πολεμήσετε με σιταροκάραβα βατσέλα», αλλά ως μία βροχή έπεσε εις όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας μας, και όλοι, και ο κλήρος μας και οι προεστοί και οι καπεταναίοι και οι πεπαιδευμένοι και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι εσυμφωνήσαμε εις αυτό το σκοπό και εκάμαμε την Επανάσταση...

...Εγώ, παιδιά μου, κατά κακή μου τύχη, εξ αιτίας των περιστάσεων, έμεινα αγράμματος και δια τούτο σας ζητώ συγχώρηση, διότι δεν ομιλώ καθώς οι δάσκαλοι σας. Σας είπα όσα ο ίδιος είδα, ήκουσα και εγνώρισα, δια να ωφεληθήτε από τα απερασμένα και από τα κακά αποτελέσματα της διχονοίας, την οποίαν να αποστρέφεσθε, και να έχετε ομόνοια. Εμάς μη μας τηράτε πλέον. Το έργο μας και ο καιρός μας επέρασε. Και αι ημέραι της γενεάς, η οποία σας άνοιξε το δρόμο, θέλουν μετ' ολίγον περάσει. Την ημέρα της ζωής μας θέλει διαδεχθή η νύκτα του θανάτου μας, καθώς την ημέραν των Αγίων Ασωμάτων θέλει διαδεχθή η νύκτα και η αυριανή ήμερα. Εις εσάς μένει να ισάσετε και να στολίσετε τον τόπο, οπού ημείς ελευθερώσαμε...

    (Αποσπάσματα της ομιλίας από την εφημερίδα "ΑΙΩΝ" 13/11/1838)


Σάββατο, 26 Ιουλίου 2014

ΤΟ "ΚΥΚΝΕΙΟ ΑΣΜΑ" ΕΝΟΣ ΣΠΟΥΔΑΙΟΥ ΠΟΙΗΤΗ



ΜΕΡΕΣ ΙΟΥΛΗ, ΠΡΙΝ 86 ΧΡΟΝΙΑ, ΑΥΤΟΚΤΟΝΗΣΕ Ο ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΣ ΕΛΛΗΝΑΣ ΠΟΙΗΤΗΣ ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ.


Τέτοιες μέρες του καλοκαιριού ήσαν και τότε που βρέθηκε νεκρός από αυτοπυροβολισμό ο τραγικός αυτόχειρας ποιητής Κ. Καρυωτάκης... Πάνω του βρέθηκε και το παρακάτω σημείωμα...
"Είναι καιρός να φανερώσω την τραγωδία μου. Το μεγαλύτερό μου ελάττωμα στάθηκε η αχαλίνωτη περιέργειά μου, η νοσηρή φαντασία και η προσπάθειά μου να πληροφορηθώ για όλες τις συγκινήσεις, χωρίς τις περσότερες να μπορώ να τις αισθανθώ. Τη χυδαία, όμως, πράξη που μου αποδίδεται τη μισώ. Εζήτησα μόνο την ιδεατή ατμόσφαιρά της, την έσχατη πικρία. Ούτε είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος για το επάγγελμα εκείνο. Ολόκληρο το παρελθόν μου πείθει γι' αυτό. Κάθε πραγματικότης μου ήταν αποκρουστική. Είχα τον ίλιγγο του κινδύνου. Και τον κίνδυνο που ήρθε τον δέχομαι με πρόθυμη καρδιά. Πληρώνω για όσους, καθώς εγώ, δεν έβλεπαν κανένα ιδανικό στη ζωή τους, έμειναν πάντα έρμαια των δισταγμών τους ή εθεώρησαν την ύπαρξή τους παιχνίδι χωρίς ουσία. Τους βλέπω να έρχονται ολοένα περισσότεροι μαζί με τους αιώνες. Σ' αυτούς απευθύνομαι. Αφού εδοκίμασα όλες τις χαρές !!! είμαι έτοιμος για έναν ατιμωτικό θάνατο. Λυπούμαι τους δυστυχισμένους γονείς μου, λυπούμαι τα αδέλφια μου. Αλλά φεύγω με το μέτωπο ψηλά. Ήμουν άρρωστος. Σας παρακαλώ να τηλεγραφήσετε, για να προδιαθέση την οικογένειά μου, στο θείο μου Δημοσθένη Καρυωτάκη, οδός Μονής Προδρόμου, πάροδος Αριστοτέλους, Αθήνας.
[Υ.Γ.] Και για ν' αλλάξουμε τόνο. Συμβουλεύω όσους ξέρουν κολύμπι να μην επιχειρήσουνε ποτέ να αυτοκτονήσουν δια θαλάσσης. Όλη νύχτα απόψε, επί δέκα ώρες, εδερνόμουν με τα κύματα. Ήπια άφθονο νερό, αλλά κάθε τόσο, χωρίς να καταλάβω πώς, το στόμα μου ανέβαινε στην επιφάνεια. Ορισμένως, κάποτε, όταν μου δοθεί η ευκαιρία, θα γράψω τις εντυπώσεις ενός πνιγμένου."


Πέμπτη, 24 Ιουλίου 2014

ΣΑΡΚΙΝΟΣ ΛΟΓΟΣ (Γ. ΡΙΤΣΟΣ)


ΣΑΡΚΙΝΟΣ ΛΟΓΟΣ (Του Γιάννη Ρίτσου)


Τι όμορφη που είσαι.
Με τρομάζει η ομορφιά σου. Σε πεινάω. Σε διψάω.
Σου δέομαι:
Κρύψου, γίνε αόρατη για όλους, ορατή μόνο σ' εμένα.
Καλυμμένη απ' τα μαλλιά ως τα νύχια των ποδιών με σκοτεινό διάφανο πέπλο
διάστικτο απ' τους ασημένιους στεναγμούς εαρινών φεγγαριών.
Οι πόροι σου εκπέμπουν φωνήεντα, σύμφωνα ιμερόεντα.
Αρθρώνονται απόρρητες λέξεις. Τριανταφυλλιές εκρήξεις απ' τη πράξη του έρωτα.
Το πέπλο σου ογκώνεται,
λάμπει πάνω απ' τη νυχτωμένη πόλη με τα ημίφωτα μπαρ, τα ναυτικά οινομαγειρεία.
Πράσινοι προβολείς φωτίζουνε το διανυκτερεύον φαρμακείο.
Μια γυάλινη σφαίρα περιστρέφεται γρήγορα δείχνοντας τοπία της υδρογείου.
Ο μεθυσμένος τρεκλίζει σε μια τρικυμία φυσημένη απ' την αναπνοή του σώματός σου.
Μη φεύγεις. Μη φεύγεις. Τόσο υλική, τόσο άπιαστη.
Ένας πέτρινος ταύρος πηδάει απ' το αέτωμα στα ξερά χόρτα.
Μια γυμνή γυναίκα ανεβαίνει τη ξύλινη σκάλα κρατώντας μια λεκάνη με ζεστό νερό.
Ο ατμός της κρύβει το πρόσωπο.
Ψηλά στον αέρα ένα ανιχνευτικό ελικόπτερο βομβίζει σε αόριστα σημεία.
Φυλάξου. Εσένα ζητούν. Κρύψου βαθύτερα στα χέρια μου.
Το τρίχωμα της κόκκινης κουβέρτας που μας σκέπει, διαρκώς μεγαλώνει.
Γίνεται μια έγκυος αρκούδα η κουβέρτα.
Κάτω από τη κόκκινη αρκούδα ερωτευόμαστε απέραντα, πέρα απ' το χρόνο κι απ' το θάνατο πέρα, σε μια μοναχική παγκόσμιαν ένωση.
Τι όμορφη που είσαι. Η ομορφιά σου με τρομάζει.
Και σε πεινάω. Και σε διψάω. Και σου δέομαι: Κρύψου.


ΔΕΥΤΕΡΗ ΦΟΡΑ (Π. ΠΑΝΤΕΛΙΔΗΣ)

 

ΔΕΥΤΕΡΗ ΦΟΡΑ (Τραγούδι του Παντελή Παντελίδη)


Τέσσερα χρόνια περάσανε, ψυχή μου
Δεκατέσσερα είχα τα μάτια μου μην τύχει και σε δω
Έφυγες κι έκλεψες μαζί τα πρωινά μας
Και τώρα μόνος μου ξυπνώ

Πίστεψα ότι ήσουν διαφορετική
Το σώμα αχρήστεψα απ' το ποτό και στα χαμένα τριγυρνώ
Κι όταν θα σου τηλεφωνήσω θα το σηκώνεις για να ζω
Με την ανάσα σου και το τραγούδι αυτό..

Δεύτερη φορά γυρνώ να σε κερδίσω
Δεύτερη φορά να πείσω τον θιγμένο εγωισμό
Ότι μ' αγάπησες για μια στιγμή και πίσω
Τώρα συνήθισα και θέλω να μεθύσω

Πίστεψα ότι ήσουν διαφορετική
Το σώμα αχρήστεψα απ' το ποτό και στα χαμένα τριγυρνώ
Κι όταν θα σου τηλεφωνήσω θα το σηκώνεις για να ζω
Με την ανάσα σου και το τραγούδι αυτό..

Δεύτερη φορά γυρνώ να σε κερδίσω
Δεύτερη φορά να πείσω τον θιγμένο εγωισμό
Ότι μ' αγάπησες για μια στιγμή και πίσω
Τώρα συνήθισα και θέλω να μεθύσω
Στον έρωτά μας πάλι δε θα επενδύσω..


Δείτε παρακάτω τα σχετικά βίντεο.







Παρασκευή, 18 Ιουλίου 2014

ΔΙΑΔΡΟΜΗ (Ι. ΔΑΥΡΟΣ)



ΔΙΑΔΡΟΜΗ (Του Ιωάννη Δαύρου)



Έναν ωκεανό απέραντο
να ταξιδέψω είχα
και σε μιάς βαρκάδας
διαδρομή ξοδεύτηκα...
Από μιά ανατολή σε μία δύση
όλος κι' όλος ο ορίζοντάς μου,
με τον ήλιο να με ξεθωριάζει
και τον αέρα να με οξειδώνει,
στης φθοράς νομοτέλεια
συνεχώς να βυθίζομαι...
Δέσμιος των αισθήσεων
και μιάς ευκαιρίας οντότητα,
σε μιά ζωή σπαταλημένη
με το τέλος σε αναμονή...
Κι' από μένα, που το κόσμο
ολόκληρο του είχαν χαρίσει,
ένα μετείκασμα μόνο θα μείνει
στα μάτια κάποιων άλλων...
Τώρα και πριν η νύχτα φέρει
της συνείδησης το σκοτάδι,
στοχάζομαι όσα το δρόμο
της ζωής μου φώτισαν
κι' όσα από το πέλαγος
αχνοφέγγουν της ύπαρξής μου όλης...


Τρίτη, 15 Ιουλίου 2014

ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΣΩΠΑΙΝΕΙ (Τ. ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ)


ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΣΩΠΑΙΝΕΙ (Του Τάσου Λειβαδίτη)


Το σούρουπο έχει πάντα τη θλίψη
ενός ατέλειωτου χωρισμού.
Κι εγώ έζησα σε νοικιασμένα δωμάτια
με τις σκοτεινές σκάλες τους
που οδηγούνε
άγνωστο που...

Με τις μεσόκοπες σπιτονοικοκυρές
που αρνούνται
κλαίνε λίγο
κι ύστερα ενδίδουν
και τ' άλλο πρωί,
αερίζουν το σπίτι
απ' τους μεγάλους στεναγμούς...

Στα παλαιικά κρεβάτια
με τα πόμολα στις τέσσερις άκρες
πλάγιασαν κι ονειρεύτηκαν
πολλοί περαστικοί αυτού του κόσμου
κι ύστερα αποκοιμήθηκαν
γλυκείς κι απληροφόρητοι
σαν τους νεκρούς στα παλιά κοιμητήρια

Όμως εσύ σωπαίνεις...
Γιατί δε μιλάς;
Πες μου!
Γιατί ήρθαμε εδώ;
Από που ήρθαμε;
Κι αυτά τα ιερογλυφικά της βροχής πάνω στο χώμα;
Τι θέλουν να πουν;

Ω, αν μπορούσες να τα διαβάσεις!!!
Όλα θα άλλαζαν...

Όταν τέλος, ύστερα από χρόνια ξαναγύρισα...
δε βρήκα παρά τους ίδιους έρημους δρόμους,
το ίδιο καπνοπωλείο στη γωνιά...

Κι ολόκληρο το άγνωστο
την ώρα που βραδιάζει...


Δείτε το παρακάτω σχετικό βίντεο.

ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΣΩΠΑΙΝΕΙ 


Σάββατο, 12 Ιουλίου 2014

ΣΟΝΑΤΑ ΤΟΥ ΣΕΛΗΝΟΦΩΤΟΣ (Γ. ΡΙΤΣΟΣ)


ΣΟΝΑΤΑ ΤΟΥ ΣΕΛΗΝΟΦΩΤΟΣ (Του Γιάννη Ρίτσου)


Ἀνοιξιάτικο βράδι. Μεγάλο δωμάτιο παλιοῦ σπιτιοῦ. Μιὰ ἡλικιωμένη γυναίκα ντυμένη στὰ μαῦρα μιλάει σ᾿ ἕναν νέο. Δὲν ἔχουν ἀνάψει φῶς. Ἀπ᾿ τὰ δυὸ παράθυρα μπαίνει ἕνα ἀμείλικτο φεγγαρόφωτο. Ξέχασα νὰ πῶ ὅτι ἡ γυναίκα μὲ τὰ μαῦρα ἔχει ἐκδώσει δυό-τρεῖς ἐνδιαφέρουσες ποιητικὲς συλλογὲς θρησκευτικῆς πνοῆς. Λοιπόν, ἡ Γυναίκα μὲ τὰ μαῦρα μιλάει στὸν νέο.
Ἄφησέ με ναρθῶ μαζί σου. Τί φεγγάρι ἀπόψε! Εἶναι καλὸ τὸ φεγγάρι, - δὲ θὰ φαίνεται ποὺ ἄσπρισαν τὰ μαλλιά μου. Τὸ φεγγάρι θὰ κάνει πάλι χρυσὰ τὰ μαλλιά μου. Δὲ θὰ καταλάβεις. Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.
Ὅταν ἔχει φεγγάρι, μεγαλώνουν οἱ σκιὲς μὲς στὸ σπίτι, ἀόρατα χέρια τραβοῦν τὶς κουρτίνες, ἕνα δάχτυλο ἀχνὸ γράφει στὴ σκόνη τοῦ πιάνου λησμονημένα λόγια - δὲ θέλω νὰ τ᾿ ἀκούσω. Σώπα.
Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου λίγο πιὸ κάτου, ὡς τὴ μάντρα τοῦ τουβλάδικου, ὡς ἐκεῖ ποὺ στρίβει ὁ δρόμος καὶ φαίνεται ἡ πολιτεία τσιμεντένια κι ἀέρινη, ἀσβεστωμένη μὲ φεγγαρόφωτο τόσο ἀδιάφορη κι ἄϋλη, τόσο θετικὴ σὰν μεταφυσικὴ ποὺ μπορεῖς ἐπιτέλους νὰ πιστέψεις πὼς ὑπάρχεις καὶ δὲν ὑπάρχεις πὼς ποτὲ δὲν ὑπῆρξες, δὲν ὑπῆρξε ὁ χρόνος κ᾿ ἡ φθορά του. Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.
Θὰ καθίσουμε λίγο στὸ πεζούλι, πάνω στὸ ὕψωμα, κι ὅπως θὰ μᾶς φυσάει ὁ ἀνοιξιάτικος ἀέρας μπορεῖ νὰ φαντάζουμε κιόλας πὼς θὰ πετάξουμε, γιατί, πολλὲς φορές, καὶ τώρα ἀκόμη, ἀκούω τὸ θόρυβο τοῦ φουστανιοῦ μου, σὰν τὸ θόρυβο δυὸ δυνατῶν φτερῶν ποὺ ἀνοιγοκλείνουν, κι ὅταν κλείνεσαι μέσα σ᾿ αὐτὸν τὸν ἦχο τοῦ πετάγματος νιώθεις κρουστὸ τὸ λαιμό σου, τὰ πλευρά σου, τὴ σάρκα σου, κι ἔτσι σφιγμένος μὲς στοὺς μυῶνες τοῦ γαλάζιου ἀγέρα, μέσα στὰ ρωμαλέα νεῦρα τοῦ ὕψους, δὲν ἔχει σημασία ἂν φεύγεις ἢ ἂν γυρίζεις οὔτε ἔχει σημασία ποὺ ἄσπρισαν τὰ μαλλιά μου, δὲν εἶναι τοῦτο ἡ λύπη μου - ἡ λύπη μου εἶναι ποὺ δὲν ἀσπρίζει κ᾿ ἡ καρδιά μου. Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.
Τὸ ξέρω πὼς καθένας μοναχὸς πορεύεται στὸν ἔρωτα, μοναχὸς στὴ δόξα καὶ στὸ θάνατο. Τὸ ξέρω. Τὸ δοκίμασα. Δὲν ὠφελεῖ. Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.
Φορές-φορές, τὴν ὥρα ποὺ βραδιάζει, ἔχω τὴν αἴσθηση πὼς ἔξω ἀπ᾿ τὰ παράθυρα περνάει ὁ ἀρκουδιάρης μὲ τὴν γριὰ βαριά του ἀρκούδα μὲ τὸ μαλλί της ὅλο ἀγκάθια καὶ τριβόλια σηκώνοντας σκόνη στὸ συνοικιακὸ δρόμο ἕνα ἐρημικὸ σύννεφο σκόνη ποὺ θυμιάζει τὸ σούρουπο καὶ τὰ παιδιὰ ἔχουν γυρίσει σπίτια τους γιὰ τὸ δεῖπνο καὶ δὲν τ᾿ ἀφήνουν πιὰ νὰ βγοῦν ἔξω μ᾿ ὅλο ποὺ πίσω ἀπ᾿ τοὺς τοίχους μαντεύουν τὸ περπάτημα τῆς γριᾶς ἀρκούδας -κ᾿ ἡ ἀρκούδα κουρασμένη πορεύεται μὲς στὴ σοφία τῆς μοναξιᾶς της, μὴν ξέροντας γιὰ ποῦ καὶ γιατί -ἔχει βαρύνει, δὲν μπορεῖ πιὰ νὰ χορεύει στὰ πισινά της πόδια δὲν μπορεῖ νὰ φοράει τὴ δαντελένια σκουφίτσα της νὰ διασκεδάζει τὰ παιδιά, τοὺς ἀργόσχολους τοὺς ἀπαιτητικοὺς καὶ τὸ μόνο ποὺ θέλει εἶναι νὰ πλαγιάσει στὸ χῶμα ἀφήνοντας νὰ τὴν πατᾶνε στὴν κοιλιά, παίζοντας ἔτσι τὸ τελευταῖο παιχνίδι της, δείχνοντας τὴν τρομερή της δύναμη γιὰ παραίτηση, τὴν ἀνυπακοή της στὰ συμφέροντα τῶν ἄλλων, στοὺς κρίκους τῶν χειλιῶν της, στὴν ἀνάγκη τῶν δοντιῶν της, τὴν ἀνυπακοή της στὸν πόνο καὶ στὴ ζωὴ μὲ τὴ σίγουρη συμμαχία τοῦ θανάτου -ἔστω κ᾿ ἑνὸς ἀργοῦ θανάτου- τὴν τελική της ἀνυπακοὴ στὸ θάνατο μὲ τὴ συνέχεια καὶ τὴ γνώση τῆς ζωῆς ποὺ ἀνηφοράει μὲ γνώση καὶ μὲ πράξη πάνω ἀπ᾿ τὴ σκλαβιά της.
Μὰ ποιὸς μπορεῖ νὰ παίξει ὡς τὸ τέλος αὐτὸ τὸ παιχνίδι; Κ᾿ ἡ ἀρκούδα σηκώνεται πάλι καὶ πορεύεται ὑπακούοντας στὸ λουρί της, στοὺς κρίκους της, στὰ δόντια της, χαμογελώντας μὲ τὰ σκισμένα χείλια της στὶς πενταροδεκάρες ποὺ τὶς ρίχνουνε τὰ ὡραῖα καὶ ἀνυποψίαστα παιδιὰ ὡραῖα ἀκριβῶς γιατί εἶναι ἀνυποψίαστα καὶ λέγοντας εὐχαριστῶ. Γιατί οἱ ἀρκοῦδες ποὺ γεράσανε τὸ μόνο ποὺ ἔμαθαν νὰ λένε εἶναι: εὐχαριστῶ, εὐχαριστῶ. Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.
Συχνὰ πετάγομαι στὸ φαρμακεῖο ἀπέναντι γιὰ καμιὰν ἀσπιρίνη ἄλλοτε πάλι βαριέμαι καὶ μένω μὲ τὸν πονοκέφαλό μου ν᾿ ἀκούω μὲς στοὺς τοίχους τὸν κούφιο θόρυβο ποὺ κάνουν οἱ σωλῆνες τοῦ νεροῦ, ἢ ψήνω ἕναν καφέ, καί, πάντα ἀφηρημένη, ξεχνιέμαι κ᾿ ἑτοιμάζω δυὸ - ποιὸς νὰ τὸν πιεῖ τὸν ἄλλον;- ἀστεῖο ἀλήθεια, τὸν ἀφήνω στὸ περβάζι νὰ κρυώνει ἢ κάποτε πίνω καὶ τὸν δεύτερο, κοιτάζοντας ἀπ᾿ τὸ παράθυρο τὸν πράσινο γλόμπο τοῦ φαρμακείου σὰν τὸ πράσινο φῶς ἑνὸς ἀθόρυβου τραίνου ποὺ ἔρχεται νὰ μὲ πάρει μὲ τὰ μαντίλια μου, τὰ σταβοπατημένα μου παπούτσια, τὴ μαύρη τσάντα μου, τὰ ποιήματά μου, χωρὶς καθόλου βαλίτσες - τί νὰ τὶς κάνεις; - Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.
«Α, φεύγεις; Καληνύχτα.» Ὄχι, δὲ θἄρθω. Καληνύχτα. Ἐγὼ θὰ βγῶ σὲ λίγο. Εὐχαριστῶ. Γιατί ἐπιτέλους, πρέπει νὰ βγῶ ἀπ᾿ αὐτὸ τὸ τσακισμένο σπίτι. Πρέπει νὰ δῶ λιγάκι πολιτεία, -ὄχι, ὄχι τὸ φεγγάρι - τὴν πολιτεία μὲ τὰ ροζιασμένα χέρια της, τὴν πολιτεία τοῦ μεροκάματου, τὴν πολιτεία ποὺ ὁρκίζεται στὸ ψωμὶ καὶ στὴ γροθιά της τὴν πολιτεία ποὺ ὅλους μας ἀντέχει στὴν ράχη της μὲ τὶς μικρότητές μας, τὶς κακίες, τὶς ἔχτρες μας, μὲ τὶς φιλοδοξίες, τὴν ἄγνοιά μας καὶ τὰ γερατειά μας,-ν᾿ ἀκούσω τὰ μεγάλα βήματα τῆς πολιτείας, νὰ μὴν ἀκούω πιὰ τὰ βήματά σου μήτε τὰ βήματα τοῦ Θεοῦ, μήτε καὶ τὰ δικά μου βήματα. Καληνύχτα.
Τὸ δωμάτιο σκοτεινιάζει. Φαίνεται πὼς κάποιο σύννεφο θἄκρυβε τὸ φεγγάρι. Μονομιᾶς, σὰν κάποιο χέρι νὰ δυνάμωσε τὸ ραδιόφωνο τοῦ γειτονικοῦ μπάρ, ἀκούστηκε μία πολὺ γνώστη μουσικὴ φράση. Καὶ τότε κατάλαβα πὼς ὅλη τούτη τὴ σκηνὴ τὴ συνόδευε χαμηλόφωνα ἡ «Σονάτα τοῦ Σεληνόφωτος», μόνο τὸ πρῶτο μέρος. Ὁ νέος θὰ κατηφορίζει τώρα μ᾿ ἕνα εἰρωνικὸ κ᾿ ἴσως συμπονετικὸ χαμόγελο στὰ καλογραμμένα χείλη του καὶ μ᾿ ἕνα συναίσθημα ἀπελευθέρωσης. Ὅταν θὰ φτάσει ἀκριβῶς στὸν Ἅη-Νικόλα, πρὶν κατεβεῖ τὴ μαρμαρίνη σκάλα, θὰ γελάσει, -ἕνα γέλιο δυνατό, ἀσυγκράτητο. Τὸ γέλιο του δὲ θ᾿ ἀκουστεῖ καθόλου ἀνάρμοστα κάτω ἀπ᾿ τὸ φεγγάρι. Ἴσως τὸ μόνο ἀνάρμοστο νἆναι τὸ ὅτι δὲν εἶναι καθόλου ἀνάρμοστο. Σὲ λίγο, ὁ Νέος θὰ σωπάσει, θὰ σοβαρευτεῖ καὶ θὰ πεῖ «Ἡ παρακμὴ μιᾶς ἐποχῆς». Ἔτσι, ὁλότελα ἥσυχος πιά, θὰ ξεκουμπώσει πάλι τὸ πουκάμισό του καὶ θὰ τραβήξει τὸ δρόμο του. Ὅσο γιὰ τὴ γυναίκα μὲ τὰ μαῦρα, δὲν ξέρω ἂν βγῆκε τελικὰ ἀπ᾿ τὸ σπίτι. Τὸ φεγγαρόφωτο λάμπει ξανά. Καὶ στὶς γωνιὲς τοῦ δωματίου οἱ σκιὲς σφίγγονται ἀπὸ μίαν ἀβάσταχτη μετάνοια, σχεδὸν ὀργή, ὄχι τόσο γιὰ τὴ ζωὴ ὅσο γιὰ τὴν ἄχρηστη ἐξομολόγηση. Ἀκοῦτε; τὸ ραδιόφωνο συνεχίζει.


Δείτε και τα παρακάτω σχετικά βίντεο.



 



ΑΛΛΑ ΤΑ ΒΡΑΔΙΑ (Τ. ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ)


ΑΛΛΑ ΤΑ ΒΡΑΔΙΑ (Του Τάσου Λειβαδίτη)


Και να που φτάσαμε εδώ.
Χωρίς αποσκευές.
Μα μ' ένα τόσο ωραίο φεγγάρι.
Και εγώ ονειρεύτηκα έναν καλύτερο κόσμο.
Φτωχή ανθρωπότητα, δεν μπόρεσες
ούτε ένα κεφάλαιο να γράψεις ακόμα.
Σα σανίδα από θλιβερό ναυάγιο
ταξιδεύει η γηραιά μας ήπειρος.
Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη.
Βέβαια αγάπησε τα ιδανικά της ανθρωπότητας,
αλλά τα πουλιά
πετούσαν πιο πέρα.
Σκληρός, άκαρδος κόσμος,
που δεν άνοιξε ποτέ μιαν ομπρέλα
πάνω απ' το δέντρο που βρέχεται.
Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη.
Ύστερα ανακάλυψαν την πυξίδα
για να πεθαίνουν κι αλλού και την απληστία
για να μένουν νεκροί για πάντα.
Αλλά καθώς βραδιάζει
ένα φλάουτο κάπου
ή ένα άστρο συνηγορεί για όλη την ανθρωπότητα.
Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη.
Καθώς μένω στο δωμάτιο μου,
μου 'ρχονται άξαφνα φαεινές ιδέες
Φοράω το σακάκι του πατέρα
κι έτσι είμαστε δυό,
κι αν κάποτε μ' άκουσαν να γαβγίζω
ήταν για να δώσω
έναν αέρα εξοχής στο δωμάτιο.
Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη.
Κάποτε θα αποδίδουμε δικαιοσύνη
μ' ένα άστρο ή μ' ένα γιασεμί
σαν ένα τραγούδι που καθώς βρέχει
παίρνει το μέρος των φτωχών.
Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη!
Δως μου το χέρι σου...


Δείτε παρακάτω το σχετικό βίντεο.

ΑΛΛΑ ΤΑ ΒΡΑΔΙΑ (Β. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ)


Γυμνός, Iούλιο μήνα, το καταμεσήμερο. Σ” ένα στενό κρεβάτι, ανάμεσα σε δυο σεντόνια χοντρά, ντρίλινα, με το μάγουλο πάνω στο μπράτσο μου που το γλείφω και γεύομαι την αρμύρα του. Kοιτάζω τον ασβέστη αντικρύ στον τοίχο της μικρής μου κάμαρας. Λίγο πιο ψηλά το ταβάνι με τα δοκάρια. Πιο χαμηλά την κασέλα όπου έχω αποθέσει όλα μου τα υπάρχοντα: δυο παντελόνια, τέσσερα πουκάμισα, κάτι ασπρόρουχα. Δίπλα, η καρέκλα με την πελώρια ψάθα. Xάμου, στ” άσπρα και μαύρα πλακάκια, τα δυο μου σάνταλα. Έχω στο πλάι μου κι ένα βιβλίο. Γεννήθηκα για να “χω τόσα. Δεν μου λέει τίποτε να παραδοξολογώ. Aπό το ελάχιστο φτάνεις πιο σύντομα οπουδήποτε. Mόνο που “ναι πιο δύσκολο. Kι από το κορίτσι που αγαπάς επίσης φτάνεις, αλλά θέλει να ξέρεις να τ” αγγίξεις οπόταν η φύση σού υπακούει. Kι από τη φύση – αλλά θέλει να ξέρεις να της αφαιρέσεις την αγκίδα της....

Διαβάστε όλο το άρθρο: www.mixanitouxronou.gr/gimnos-iouli-mina-katamesimero/?fb_action_ids=1540027959559000&fb_action_types=og.likes
Γυμνός, Iούλιο μήνα, το καταμεσήμερο. Σ” ένα στενό κρεβάτι, ανάμεσα σε δυο σεντόνια χοντρά, ντρίλινα, με το μάγουλο πάνω στο μπράτσο μου που το γλείφω και γεύομαι την αρμύρα του. Kοιτάζω τον ασβέστη αντικρύ στον τοίχο της μικρής μου κάμαρας. Λίγο πιο ψηλά το ταβάνι με τα δοκάρια. Πιο χαμηλά την κασέλα όπου έχω αποθέσει όλα μου τα υπάρχοντα: δυο παντελόνια, τέσσερα πουκάμισα, κάτι ασπρόρουχα. Δίπλα, η καρέκλα με την πελώρια ψάθα. Xάμου, στ” άσπρα και μαύρα πλακάκια, τα δυο μου σάνταλα. Έχω στο πλάι μου κι ένα βιβλίο. Γεννήθηκα για να “χω τόσα. Δεν μου λέει τίποτε να παραδοξολογώ. Aπό το ελάχιστο φτάνεις πιο σύντομα οπουδήποτε. Mόνο που “ναι πιο δύσκολο. Kι από το κορίτσι που αγαπάς επίσης φτάνεις, αλλά θέλει να ξέρεις να τ” αγγίξεις οπόταν η φύση σού υπακούει. Kι από τη φύση – αλλά θέλει να ξέρεις να της αφαιρέσεις την αγκίδα της....

Διαβάστε όλο το άρθρο: www.mixanitouxronou.gr/gimnos-iouli-mina-katamesimero/?fb_action_ids=1540027959559000&fb_action_types=og.likes

Τρίτη, 8 Ιουλίου 2014

Σ' ΑΓΑΠΩ (Κ. ΠΑΛΑΜΑΣ)


Σ' ΑΓΑΠΩ (Του Κωστή Παλαμά)


Κλείσε τα μάτια μου
μπορώ να σε κοιτάζω.
Τ' αυτιά μου σφράγισ' τα
να σ' ακούσω μπορώ.
Χωρίς τα πόδια μου
μπορώ να 'ρθω σ' εσένα.
Και δίχως στόμα
θα μπορώ να σε παρακαλώ.
Σταμάτησέ μου την καρδιά
και θα καρδιοχτυπώ με το κεφάλι.
Και αν κάνεις το κεφάλι μου
συντρίμμια στάχτη,
εγώ μέσα στο αίμα μου
θα σ' έχω πάλι.
Χωρίς τα χέρια μου
μπορώ να σε σφιχταγκαλιάσω
σαν να 'χα χέρια
όμοια καλά με την καρδιά.


Δείτε παρακάτω το σχετικό βίντεο.

"Σ' ΑΓΑΠΩ"-ΦΩΤΕΙΝΗ ΔΑΡΡΑ 


Κυριακή, 6 Ιουλίου 2014

ΜΙΚΡΟ ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗΝ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ (Φ. ΓΚΙΚΑΣ)



ΜΙΚΡΟ ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗΝ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ (Του Φώντα Γκίκα)


Ο γυρισμός είναι πιο μακρύς απ΄ ότι περιμέναμε.
Όλη αυτή η σκόνη στο δρόμο γεννάει χρόνο.
Γεννάει λεπτά και δευτερόλεπτα
στο κυνήγι της αφετηρίας.
Τα βιολογικά μας ρολόγια προηγούνται
μισή ώρα από την πραγματικότητα.
Αλλά η σκόνη προηγείται των ρολογιών
μια αιωνιότητα.
Ποιος βράχος έσπειρε
όλη αυτή τη θολούρα στο δρόμο μας;
Ποιος βράχος ξέχασε όλη αυτή τη σκόνη;
Ο χωματόδρομος με τις πέτρες
είναι η μακριά του γλώσσα
που μας απομακρύνει από το “πίσω”.
Μας τραβάει στο “πέρα”.
Που δεν είναι παρά η ολοκλήρωση του κύκλου,
μέχρι να γυρίσουμε εκεί απ΄ όπου ξεκινήσαμε.
Αναζητώ μάταια τους μικρούς διόνυσους,

να απορροφήσουν τους κραδασμούς της διαδρομής.
Αλλά το πεπρωμένο επιτάσσει
να φάμε ωμά χαλίκια και απότομες στροφές.
Συνηθίζεις...
Μα που και που μπαίνεις στον πειρασμό
να κατέβεις και να παραμερίσεις
τους κορμούς των δέντρων
για να δεις πιο μέσα στο δάσος.
Να δεις, μόνο να δεις, όχι να μπεις.
Η περιπλάνηση, όμως, δεν αφήνει χρόνο
για πειράματα στα ζεστά σκοτάδια του δάσους.
Μια που κλείσαμε τα μάτια μας

και μια που τα ανοίξαμε
στο λευκό κρεβάτι του μπαλκονιού μας.
Κι όλο αυτό το ανοιγόκλειμα των βλεφάρων
μπορεί και να κράτησε ένα δευτερόλεπτο…
Ή οχτώ ώρες...
Ή ακόμα, μπορεί και να διήρκησε
όσο χρειάζεται ο βράχος
για να κάνει τη σκόνη και τα χαλίκια δρόμο…

Σάββατο, 5 Ιουλίου 2014

ΣΚΑΛΕΣ ΚΑΙ ΚΥΚΛΟΙ (Φ. ΓΚΙΚΑΣ)



ΣΚΑΛΕΣ ΚΑΙ ΚΥΚΛΟΙ (Του Φώντα Γκίκα)


Ανεβαίνουμε σκάλες...
Σκάλες. Σκάλες. Σκάλες...
Συνήθως το μυαλό προστάζει 
και τα πόδια ακολουθούν. 
Καμιά φορά όμως συμβαίνει και το αντίθετο. 
Όταν ξέρεις ποιος είναι ο προορισμός 
δε χάνεσαι ποτέ. 
Φτάνει μόνο να παρκάρεις 
τη θλίψη σου μακριά απ΄ το πανηγύρι. 
Λίγο πιο δίπλα από το νεκροταφείο 
των ηλεκτρικών συσκευών 
και των παρατημένων αυτοκινήτων.
Γύρω μου μικροί διόνυσοι, 

χορεύουν ξυπόλητοι 
κι ας μην ξέρουν τα βήματα. 
Μικροί ιερείς της κάνναβης και του κρασιού. 
Σκοπός τους είναι να μην σε αφήσουν 
ν΄ ανακαλύψεις την Αόρατη Δύναμη 
που τραβάει σα μαγνήτης 
όλο αυτό το πλήθος 
προς το κέντρο του κύκλου. 
Κύκλοι, κύκλοι, κύκλοι…. 
Όλοι χωρούν σ΄ αυτούς τους κύκλους 
κι ακόμα μένει χώρος. 
Ανεβαίνουν κι άλλοι, κι άλλοι…
Και πάντα μένουν κάποια κενά. 
Κι όσοι κι αν ανέβουν, 
πάλι θα μένουν κενά. 
Σ΄ αυτά τα κενά θα βρούν τρόπο 
να βολευτούν τα πνεύματα αυτών 
που δεν πρόλαβαν να ζήσουν. 
Θέλουν να χορέψουν μαζί μας. 
Αυτά τα πνεύματα είναι οι ανάσες μας. 
Πιάνονται ώμο με ώμο 
με τις ανάσες των διπλανών.
Οι μικροί διόνυσοι ακούραστοι. 

Συνεχίζουν να ευλογούν 
το κρασί μας με το γέλιο τους. 
Το βλέμμα τους πηδάει πάνω στα τραπέζια 
και σηκώνει τις παρέες 
να ενώσουν τις μοναξιές τους στο χορό. 
Κι ύστερα σκουπίζουν τον ιδρώτα 
με τα άγρια γένια τους 
και τα βρώμικα μαλλιά τους.

Παρασκευή, 4 Ιουλίου 2014

ΥΣΤΕΡΑ... (Φ. ΓΚΙΚΑΣ)


ΥΣΤΕΡΑ... (Του Φώντα Γκίκα)


Τύλιξα ακόμα μια φορά τη φθαρμένη φανέλα γύρω απ΄ το πρόσωπό μου για να μη με βλέπουν. Όπως καλύπτουν τα νήπια τα μάτια τους με τα χέρια, όταν παίζουν κρυφτό με τους χαζομπαμπάδες τους.
Νιώθω το σώμα μου κύμα πάνω στις πέτρες. Παλεύω για την αρμονία της οριζοντίωσης μέχρι να με πάρει ο ύπνος. Μια μικρή ζαλάδα, μια μικρή αιωνιότητα μέσα στο κεφάλι μου. Για πότε βυθίστηκα στο φωτεινό χάος του κεφαλιού μου δεν το κατάλαβα. Θα περιμένω να με ξυπνήσει η μυρωδιά της αγκαλιάς του παραδιπλανού ζευγαριού….. Ψαχουλεύω στα τυφλά μέσα στην τσάντα μου για ένα τσιγάρο.
Χαζεύω το παραδιπλανό ζευγάρι μέσα από το πρίσμα του καπνού μου. Το φιλί τους είναι τόσο αλμυρό που με κάνει να διψάω. Το νερό ζεστάθηκε…. Όχι πως δεν πίνεται, αλλά προτιμώ άλλο ένα τσιγάρο. Να στεγνώσω, να αφυδατωθώ κι άλλο. Το φιλί του ζευγαριού μετατρέπει ανεπαίσθητα την αλμύρα σε μέλι. Τώρα το στόμα μου κολλάει…. Αλλά πάλι, θα αρνηθώ το νερό. Ήρθε η ώρα να ανασύρω από το παρελθόν πικρές αναμνήσεις, για να ολοκληρωθεί ο κύκλος των γεύσεων που προκαλούν τα ανθρώπινα συναισθήματα. Μέχρι η ακατανίκητη ουδετερότητα του νερού να τα διαλύσει όλα και να αρχίσω να μετράω απ΄ το μηδέν. Και η παρέα μου παίρνει – ξανά – σάρκα και οστά.
- Φεύγουμε ?
- ….. ένα τσιγάρο ακόμα …..

Πέμπτη, 3 Ιουλίου 2014

ΕΝΑΣ ΠΟΙΗΤΗΣ ΚΑΙ ΕΝΑΣ ΗΡΩΑΣ ΦΑΝΤΑΖΟΥΝ ΕΠΙΚΑΙΡΟΙ...




Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΜΑΣ ΠΟΙΗΤΗΣ ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ ΕΙΧΕ ΠΡΟΦΗΤΕΨΕΙ ΤΗ ΜΟΡΦΗ ΤΗΣ ΣΗΜΕΡΙΝΗΣ ΤΥΡΑΝΝΙΑΣ ΠΟΥ ΘΑ ΔΥΝΑΣΤΕΥΕ ΤΙΣ ΖΩΕΣ ΜΑΣ... ΚΑΙ Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΗΡΩΑΣ ΑΛΕΚΟΣ ΠΑΝΑΓΟΥΛΗΣ, ΜΕ ΤΟΥΣ ΣΤΙΧΟΥΣ ΤΟΥ, ΙΣΩΣ ΞΑΝΑΔΙΧΝΕΙ ΤΟN ΔΡΟΜΟ...


Ήδη, σας το είπα. Είναι η βαρβαρότητα. Τη βλέπω να 'ρχεται μεταμφιεσμένη, κάτω από άνομες συμμαχίες και προσυμφωνημένες υποδουλώσεις. Δεν θα πρόκειται για τους φούρνους του Χίτλερ ίσως, αλλά για μεθοδευμένη και οιονεί επιστημονική καθυπόταξη του ανθρώπου. Για τον πλήρη εξευτελισμό του. Για την ατίμωσή του...
                                                                                                                   ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ


ΕΜΠΡΟΣ ΚΑI ΠΑΛΙ (Του Αλέκου Παναγούλη, ποίημα που δημοσιεύθηκε στη Φιλολογική Βραδυνή, στις 13-4-2004)


Εμπρός και πάλι
για ένα καινούριο ξεκίνημα
από τον ίδιο Δρόμο
για τον ίδιο Σκοπό.


ΠΑΛΗΣ ΞΕΚΙΝΗΜΑ (Τραγούδι σε στίχους του Αλέκου Παναγούλη και μουσική Μίκη Θεοδωράκη που πρωτοτραγουδήθηκε από την Μαρία Φαραντούρη)

 
Πάλης ξεκίνημα
νέοι αγώνες
οδηγοί της ελπίδας
οι πρώτοι νεκροί.

Όχι άλλα δάκρυα
κλείσαν οι τάφοι
λευτεριάς λίπασμα
οι πρώτοι νεκροί.

Λουλούδι φωτιάς
βγαίνει στους τάφους
μήνυμα στέλνουν
οι πρώτοι νεκροί.

Απάντηση θα πάρουν
ενότητα κι αγώνα
για νά 'βρουν ανάπαυση
οι πρώτοι νεκροί.


Δείτε παρακάτω και τα σχετικά βίντεο.




Τρίτη, 1 Ιουλίου 2014

ΕΠΙΒΙΩΣΗ... (Μ. ΧΑΚΚΑΣ)



ΕΠΙΒΙΩΣΗ... (Του Μάριου Χάκκα από το "Νεκρώσιμη ακολουθία")



Μπορούμε να πούμε μετά βεβαιότητας
ότι όσοι έχουν οξύτατη όραση
θα επιζήσουν της πρώτης κρίσεως
των καρδιακών κρίσεων
της οικονομικής κρίσεως
ακόμη και της εσχάτης κρίσεως
αρκεί ν’ αντέξουν τις κρίσεις συνειδήσεως.
Κατά τα άλλα
πρέπει να είμαστε ευχαριστημένοι
γιατί δεν άρχισε να βρέχει βατράχια
αν και θα επινοηθούν ειδικά αλεξιβρόχια
αποσμητικά κατά της αηδίας
έως ότου εξοικειωθούμε με την μπόχα
των νεκρών αισθημάτων κι ελπίδων.


ΠΕΡΙ ΜΑΤΑΙΟΤΗΤΑΣ (Ε. ΚΩΣΤΑΡΕΛΗ)



ΠΕΡΙ ΜΑΤΑΙΟΤΗΤΑΣ (Της Ευτέρπης Κωσταρέλη, από το "Βερντάντι", Μανδραγόρας Εκδόσεις, 2014)




Στενό το πέρασμα
από το μάταιο
στο πλήρες
κι οι Συμπληγάδες
που φυλάσσουν
το μυστικό της ευτυχίας
δεν φαίνονται διαλλακτικές.
Στα αριστερά αιχμηρή
η αμφισβήτηση
στα δεξιά προεξέχει
η απογοήτευση
κι ανάμεσα μια χαραμάδα
ικανοποίησης
να σέρνει με αγκίστρι
και πετονιά
τα όνειρα που τσίμπησαν
άνευ δολώματος.


THE SUMMER IS OVER (D. SPRINGFIELD)

 


THE SUMMER IS OVER (Τραγούδι της DUSTY SPRINGFIELD)



The night runs away with the day
The grass that was green is now hay
The world goes around without even a sound
And it looks like the summer is over

The rains tumble down in the sky
Young swallows have learned how to fly
The leaves that were green are no longer so green
And it looks like the summer is over

The sun and the moon take turns in the sky
The days drift on by too soon
The meadows are kissed by a cool autumn mist
Far away now is June

The birds fly away to the sun
The leaves touch the ground one by one
The breeze hurries by without even goodbye
And it looks like the summer is over

The sun and the moon take turns in the sky
The days drift on by too soon
The meadows are kissed by a cool autumn mist
Far away now is June

The birds fly away to the sun
The leaves touch the ground one by one
The breeze hurries by without even goodbye
And it looks like the summer is over

And it looks like the summer is over


Δείτε και τα παρακάτω σχετικά βίντεο.