Σάββατο, 31 Μαΐου 2014

Ο ΕΜΠΕΔΟΚΛΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΟΡΟΣ (Δ. ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ)



Ο ΕΜΠΕΔΟΚΛΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΟΡΟΣ (Απόσπασμα από το "ΓΚΕΜΜΑ" του Δημήτρη Λιαντίνη)


Εις ανάμνηση της ημέρας (σαν σήμερα) που ο Δημήτρης Λιαντίνης, ως άλλος Εμπεδοκλής, ανέβηκε στο δικό του όρος...


Όταν ανέβηκε για πρώτη φορά ο Εμπεδοκλής το όρος, άλλο επερίμενε και άλλο είδε.

Ωσάν επερπάτησε τους πρώτους λόφους. ωσάν έπιασε ν' ανηφορίζει τις απανωτές υπώρειες, τέσσερες πέντε η μία όλο και πιο ψηλά από την άλλη. ωσάν εκαβάλησε την τελευταία δειράδα και πάτησε την ακρώρειά της, εκεί αντίκρυσε την κορφή. Ξαφνικά.

Μανούλα μου! τί 'ταν εκείνο που ένιωσε τότες. Η ψυχή του εβούλιαξε. Πώς βουλιάζει φρύνος στη λάσπη, αν τύχει και τον πατήσει ιπποπόταμος; Του κόπηκαν τα ήπατα.

Ο τεράστιος φωτερός όγκος, που σαν τον αντίκρυζε από τον κάμπο εφάνταζε στα μάτια του απέραντα μακρυνός, χαμένος στα ύψη και στον ουρανό, άλλοτε να τον τρέχουν τα σύννεφα με βιαστικό διαβασίδι, άλλοτε μπαμπακερή απανωσιά να τον σκεπάζει ημέρες πολλές η αντάρα, άλλοτε να λάμπει στην αιθρία όρθιος, καμαροφρύδης, ατεμπίχιαστος, σα μαρμάρινος ώμος λευκού θεού,
αυτός ο τεράστιος φωτερός όγκος τινάχτηκε τώρα μπροστά στα μάτια του ζωντανός. Τον ένιωσε ένα ολοκάθαρο επίμονο βλέμμα αντίπαλου βλοσυρού, που σε κοιτάει ασκαρδαμυκτί. Να σε λυγίσει. Να σπείρει μέσα σου τον πανικό φόβο. Να σε κάμει να τρεκλίσεις και να σου διπλωθούν τα γόνατα. Να καταρέψεις στη γη και να ικετέψεις:

- Έλεος, βουνέ! δε σε υποφέρω.

Όταν αντίκρυσε για πρώτη φορά ο Εμπεδοκλής το όρος, το αισθάνθηκε συμπαγές ν' ακκουμπάει στη ράχη του.

- Θεοί! εφώναξε. Πού είναι η δύναμη που μου χρειάζεται τώρα, να αντέξω ετούτο το ατλαντικό βάρος; Άνθρωπος είμαι. Και μου ζητάτε τα δάνεια τιτάνα. Μα πώς γίνεται λοιπόν να το κάμω να γίνει; Πού το βλέπω καθαρά. Αν δεν κρατήξω το όρος στους ώμους μου, δε θα βρεθεί τρόπος να το ανεβώ. Να πατήσω την κορφή του. Να πηδήξω τον κρατήρα. Αχ! εδώ που με φέρατε, ποιος θα με συδράμει τώρα;

Είναι μεγάλος ο κόσμος. Και το σώμα μας να τον χωρέσει τόσο μικρό. Είναι πλατιά η σκέψη μας. Όμως δε φτάνει να διοδέψει τον άπειρο ουρανό. Και το μέτρο της ύπαρξής μας της φωτεινής είναι η γνώριμη πυγολαμπίδα μέσα στην ατελεύτητη λάμψη του ήλιου.

- Μα ποιος είμαι λοιπόν;

Έτσι εγύρισε τότε να ρωτήσει ο ορεινός στρατοκόπος, μέσα στη νικητήρια σιωπή που τον κύκλωνε. Και άκουσε την ίδια απόκριση. Σε γλώσσες διαφορετικές, και σε καιρούς άλλους:

- Όδε εκείνος εγώ! άθλιον Οιδιπόδαν.

Και σαν από μακρύτερα και ακατάληπτα κάπως,

- This is I, Hamlet the Dane.

Όταν αντίκρυσε για πρώτη φορά ο Εμπεδοκλής το όρος από την ψηλότερη ακρώρεια της τελευταίας δειράδας, ήταν η τρίτη μέρα μεσούντος του μήνα Πυανεψιώνα, ή Δαματρίου ή Αθύρ.


ΜΗ ΜΙΛΑΤΕ ΕΛΛΗΝΙΚΑ (Κ. ΣΟΦΙΑΝΟΣ)




ΜΗ ΜΙΛΑΤΕ ΕΛΛΗΝΙΚΑ (Του Κώστα Σοφιανού)

 
 
Μὴ
  μιλᾶτε Ἑλληνικά:
  νὰ γαβγίζετε
  νὰ γρυλίζετε
  νὰ μουγκρίζετε
Νὰ μὴ μιλᾶτε καθόλου.
 
Μὴ
  διαβάζετε Ἑλληνικά:
  νὰ διαβάζετε τοὺς λόγους τῶν πολιτικῶν σας
  νὰ διαβάζετε τὰ «καλέσματα» τῶν ὀργανώσεών σας
  νὰ διαβάζετε τὸν ἡμερήσιο καὶ τὸν περιοδικό σας τύπο.
Νὰ μὴ διαβάζετε καθόλου.
 
Μὴ
  γράφετε Ἑλληνικά:
  νὰ γράφετε τὴν «Καθαρεύουσα» τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου
  νὰ γράφετε τὴν «Δημοτικὴ» τοῦ ‘Υπουργείου «Πολιτισμοῦ»
  νὰ γράφετε ὅπως γράφουν στὸν ἡμερήσιο καὶ στὸν περιοδικό σας τύπο.
Νὰ μὴ γρὰφετε καθόλου.
 
Καὶ
 
   Μὴ
 
  κατεβαίνετε στὴ θάλασσα:
  σᾶς βλέπει κι ἀρρωσταίνει·
γυρίζουν τὰ μέσα της
 
ἀφρίζει
  ξερνάει σακκοῦλες
  σαγιονάρες
  σερβιέτες
Ξερνάει πετρέλαιο καὶ πίσσα.
 
Μὴ
κατεβαίνετε στὴ θάλασσα.
 
Μὴ
  ἀνεβαίνετε στὰ βουνά:
  σᾶς αἰσθάνονται καὶ πεθαίνουν·
  χάνουν τὰ δάση τους καὶ τὰ πουλιά τους
  χάνουν τὴ δρόσο τους καὶ τ’ ἄρωμά τους
χάνουν τὰ χιόνια τους καὶ τὰ νερά τους.
 
Μὴ
  ἀνεβαίνετε στὰ βουνά
  ἀρκεστεῖτε στὰ ρετιρέ σας.
 
Μὴ
  συντηρεῖτε ἀρχαιότητες
  εἶναι Ὕ β ρ ι ς.
  πάρτε κασμάδες καὶ σωριάστε τες
  φέρτε μπουλντόζες καὶ σαρῶστε τες
ρίχτε βενζίνη καὶ κάφτε τες.
 
Εἶναι
 
  ἡ προτελευταία τιμὴ ποὺ μπορεῖτε νὰ κάνετε στὸν Τόπο.
 
Ἡ τελευταία εἶναι:
 
  Νὰ φύγετε
 
  μὲ τίς γυναῖκες σας καὶ τὰ παιδιά σας
  μὲ τὰ σαλόνια σας καὶ τὰ σκυλιά σας
μὲ τὴ Βρωμιοσύνη σας καὶ τὴν κακομοιριά σας.
 
Καὶ
 
  μὴ παριστάνετε τούς…
  ἀναμέμοντας βαρβάρους:
  Ἐσεῖς εἶστε οἱ βάρβαροι
καὶ πρέπει νὰ φ ύ γ ε τ ε.
 
 
 

Η ΝΟΣΤΙΜΙΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΚΑΙ Ο ΝΟΣΤΟΣ ΤΟΥ ΚΑΛΟΥ ΤΕΛΟΥΣ (Δ. ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ)



Η ΝΟΣΤΙΜΙΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΚΑΙ Ο ΝΟΣΤΟΣ ΤΟΥ ΚΑΛΟΥ ΤΕΛΟΥΣ (Του Δημήτρη Λιαντίνη)


Όλοι ταξιδεύουμε με το τσούρμο του Οδυσσέα. Το καράβι μας τραβά στους ανοιχτούς ορίζοντες του χρόνου. Σήμερα γλιστράμε πλησίστιοι με το ζέφυρο και με τους ετησίες. Αύριο ένας αιφνίδιος θρακιάς σηκώνεται από τα βουνά και το σύννεφο, και μας κατεβάζει ξυλάρμενους στην κοιλιά της καταιγίδας.

Ταξιδεύουμε στον πλόα του χρόνου με κόντρα τα κύματα και με τους ανέμους πειρατές. Και μπροστά μας καρτεράνε τα τέρατα και τα ξένα. Ο φόβος και οι καλές ελπίδες υφαίνουν το ρούχο της εμπειρίας μας στον αργαλειό του αγνώστου. Μας μαγνητίζει το ανείδωτο, και το ανείδωτο μας απειλεί. Παίζει μαζί μας και γελά το ναι και το όχι.

Θαμπά, πέρα από την αλισάχνη του πέλαγου ξαπλώνεται εκείνο το ακρωτήρι. Οι άνεμοι ταράζουν το πέτρινο σώμα του. Και η γλώσσα της θάλασσας γλείφει τις εξοχές και τα σκληρά άκρα.

Πίσω από το ανάσκελο μπόι του το μακρύ η τρίαινα του Ποσειδώνα αγριαίνει και κατακρούει τον πόντο. Εκεί έχει το νησί της η Κίρκη. Η Κίρκη περιμένει τους ναυτικούς με τα μάγια και τις βαθιές γητειές. Έτσι που περιμένει ο έρωτας τους νέους στη στροφή της ηλικίας τους. Και ο έρωτας πολλές φορές τρελαίνει τον άνθρωπο. Και τον κάνει να ξεχνά. Σπίτι, πατρίδα, ταξίδι, σκοπό, όλα τα ξεχνά ο ερωτευμένος. Βουλιάζει στο νέο του σύμπαν. Σαν το φωτόνιο πηδά σε άλλη στοιβάδα ζωής. Τότε στα μάτια των ανθρώπων που λογικεύουνται και νυστάζουν, στα μάτια δηλαδή των πολλών, ο ερωτευμένος φαντάζει γυρίνος και χοιρίδιο και ιππουρίδα. Σα βαλαντώσει ο έρωτας, μεταμορφώνει κιόλας.

Ταχιά η σχεδία του βίου μας παραπλέει εκείνα τ’ ακρογιάλια και τους μικρούς κάβους. Και ξαφνικά αντικρύζουμε τους Κίκονες. Και λίγο πιο πέρα, στη ροβόλα της θαλασσινής λαγκαδιάς, καρτερούν οι Λαιστρυγόνες. Ονόματα με ήχο αλλοίθωρο και στρεβλό. Όπως στρεβλό είναι και το μπλέξιμο των ανθρώπων με τις κακοτυχιές, τις αρρώστιες, τους σκοτωμούς. Στους Κίκονες και στους Λαιστρυγόνες μας απαντούν και μας παλεύουνε οι δικαστάδες και οι αφορεστάδες, οι ξενιτεμοί, οι χωροφύλακες, τα σανατόρια, οι σπετσιέρηδες και τα γραφεία κηδειών «Ο Μυστράς» και «Ο Λάζαρος». Και ακόμη τούτα τα τέρατα και τα καννιμπαλικά είναι η στέγνια και η ανεβροχιά, οι σιτοδείες και οι σεισμοί. Οι επιληπτικοί σεισμοί που ξεσηκώνουν τα σπίτια να σκοτώνουν τους ανθρώπους που τα χτίσανε.

Μακρυά, ακόμη πιο μακρυά, ξεχωρίζουμε εκείνη την κουκκίδα στου ματιού την άκρη. Εκεί είναι το νησί με τα ιερά ζώα του ήλιου Απόλλωνα. Τρακόσια εξήντα και πέντε γελάδια. Το καθένα και μια μέρα του ήλιου που ζητά να την ζούμε με κλιτότητα και με τάξη.

Γιατί η κάθε μέρα μας δεν είναι αναβλητή, ούτε ανταλλάξιμη. Και δεν γνωρίζει πίσω όταν περάσει. Δεν ημπορούμε να σπαταλάμε το έχει της ανόητα και στο βρόντο. Απαγορεύεται να τα σφάξεις τα γελάδια του ήλιου.

Αύριο βέβαια θα ποντίσουν στο μικρό λιμανάκι του νησιού οι λογής ασεβείς. Καιροσκόποι, νεόπλουτοι, τυμβωρύχοι, κληρονόμοι τεράστιοι που δεν το περίμεναν, οι τυχεροί στο λότο. Και ακόμη οι φιλόδοξοι, οι μωροί, οι αριβίστες, οι κλέφτες. Και όσοι τους πόρεψε η τυφλή τύχη και καζάντισαν χαράμι.

Αυτοί θα τα σφάξουν τα γελάδια του Ήλιου. Θα αδειάσουν την ύπαρξη από το νόημά της. Και θα πεθάνουν χωρίς να ζήσουν. Χωρίς της ζωής τη νοστίμια και χωρίς του καλού τέλους το νόστο.

_________________

Αναδημοσίευση από το φόρουμ HOMA EDUCANDUS
 

Πέμπτη, 29 Μαΐου 2014

Ο "ΕΝΑΣ ΠΟΙΗΤΗΣ" ΕΧΕΙ ΑΠΗΧΗΣΗ...



O "ENAΣ ΠΟΙΗΤΗΣ" ΕΧΕΙ ΑΠΗΧΗΣΗ ΚΑΙ ΝΑ ΜΕΡΙΚΕΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ ΠΟΥ ΣΤΑΧΥΟΛΟΓΗΣΑΜΕ:









ΠΟΙΟΣ ΕΙΔΕ ΚΡΑΤΟΣ ΛΙΓΟΣΤΟ ( Γ. ΣΟΥΡΗ)



ΠΟΙΟΣ ΕΙΔΕ ΚΡΑΤΟΣ ΛΙΓΟΣΤΟ ( Του Γεωργίου Σουρή)



Ποιος είδε κράτος λιγοστό
σ' όλη τη γη μοναδικό,
εκατό να εξοδεύει
και πενήντα να μαζεύει;
Να τρέφει όλους τους αργούς,
νά 'χει επτά Πρωθυπουργούς,
ταμείο δίχως χρήματα
και δόξης τόσα μνήματα;
Νά 'χει κλητήρες για φρουρά
και να σε κλέβουν φανερά,
κι ενώ αυτοί σε κλέβουνε
τον κλέφτη να γυρεύουνε;
Όλα σ' αυτή τη γη μασκαρευτήκαν
ονείρατα, ελπίδες και σκοποί,
οι μούρες μας μουτσούνες εγινήκαν
δεν ξέρομε τί λέγεται ντροπή.
Σπαθί αντίληψη, μυαλό ξεφτέρι,
κάτι μισόμαθε κι όλα τα ξέρει.
Κι από προσπάππου κι από παππού
συγχρόνως μπούφος και αλεπού.
Θέλει ακόμα -κι αυτό είναι ωραίο-
να παριστάνει τον ευρωπαίο.
Στα δυό φορώντας τα πόδια που 'χει
στο 'να λουστρίνι, στ' άλλο τσαρούχι.
Σουλούπι, μπόϊ, μικρομεσαίο,
ύφος του γόη, ψευτομοιραίο.
Λίγο κατσούφης, λίγο γκρινιάρης,
λίγο μαγκούφης, λίγο μουρντάρης.
Και ψωμοτύρι και για καφέ
το «δε βαρυέσαι» κι «ωχ αδερφέ».
Ωσάν πολίτης, σκυφτός ραγιάς
σαν πιάσει πόστο: δερβέναγάς.
Δυστυχία σου, Ελλάς,
με τα τέκνα που γεννάς!
Ώ Ελλάς, ηρώων χώρα,
τί γαϊδάρους βγάζεις τώρα;

Τετάρτη, 28 Μαΐου 2014

ΓΑΡΥΦΑΛΕ (Γ. ΚΙΟΥΡΤΣΟΓΛΟΥ-ΠΕΛΟΜΑ ΜΠΟΚΙΟΥ)



ΓΑΡΥΦΑΛΕ (Τραγούδι των ΠΕΛΟΜΑ ΜΠΟΚΙΟΥ σε στίχους Γιάννη Κιουρτσόγλου)



Μαζεύεται πλήθος
χαρούμενες φάτσες
εκεί που ο Γαρύφαλος λέει

Τους λέει τα δικά του
και σαν τελειώσει
ο κόσμος γελάει ή κλαίει

Σχολείο βιβλία
αρχαία ιστορία
γι’ αυτόν είναι άγνωστες λέξεις

Δεν ξέρει να γράφει
και όμως θαυμάσια δίνει
στον κόσμο διαλέξεις

Γαρύφαλε, Γαρύφαλε
κανείς μας δεν ξέρει ποιος είσαι

Τα χρόνια περάσαν
τον είδανε όλοι
και ήταν πολύ ευτυχισμένος

Οι νέοι γεράσαν
και φύγαν οι γέροι
και φεύγει και αυτός ο καημένος

Μαζεύεται πλήθος
να τον χαιρετήσει
κανένας πια δε γελάει

Στα ουράνια ο Γαρύφαλος
βρίσκεται τώρα
και με τους αγγέλους μιλάει

Γαρύφαλε, Γαρύφαλε
κανείς μας δεν ξέρει ποιος είσαι


Επιμύθιο

Θυμήθηκα τον "Γαρύφαλο" όταν πληροφορήθηκα ότι χθές πέθανε ένας πολύ γνωστός γραφικός "τύπος" της πόλης μου, ο Σωτήρος, που τον είχα δει τυχαία για τελευταία φορά να πίνει το καφέ του όπως συνήθιζε στην "ΙΒ", μόλις προχθές. Είμαι σίγουρος ότι αν γραφόταν ένα τραγούδι για τον Σωτήρο κάτι ανάλογο με τον "Γαρύφαλο" θα γραφόταν... Το αφιερώνω λοιπόν στη μνήμη του, ως ελάχιστο φόρο τιμής σε έναν ωραίο, με όλη την ιδιαιτερότητά του άνθρωπο, που έτυχε να γνωρίσω λίγο περισσότερο την εποχή της "έκρηξης" της ελεύθερης ραδιοφωνίας που εγώ πρωτοστάτησα και αυτός συνέδραμε ως ένας γνήσιος πρώην "ραδιοπειρατής"... Ο "Γαρύφαλος" άλλωστε σημαίνει πολλά για μένα γιατί έχει γραφτεί από τον φίλο μου τον Γιάννη, έχει συνδεθεί πολύ με τον άλλο "χαμένο" φίλο μου τον Βλάσση και αφορά μία υπαρκτή γραφική φιγούρα της τότε Αθήνας...

 
Ο Σωτήρος

Φωτογραφία του χρήστη Ioannis Davros.

Αξίζει να αναφερθεί και ένα από τα πολλά "κατορθώματα" του ευφυούς κατά βάθος Σωτήρου που έχει κάνει το γύρω του διαδικτύου και θεωρείται εξαιρετικά εύστοχο... Είναι ο "άγνωστος δράστης" της "παραποίησης" στην επιγραφή κάτω από το άγαλμα του Κολοκοτρώνη στη Πλατεία Άρεως...


Δείτε τα παρακάτω σχετικά βίντεο.




Τρίτη, 27 Μαΐου 2014

ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΛΩΤΟΦΑΓΩΝ (Σ. ΓΡΑΜΜΕΝΟΣ)




ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΛΩΤΟΦΑΓΩΝ (Τραγούδι του Σπύρου Γραμμένου σε στίχους του ιδίου)



Λάντζα στην Αμέρικα
Στην Γερμανία εργάτης
Τα μάτια σου τα γέρικα
Πληγές μιας βόλτας σκάρτης

Θυμάμαι έναν παππού να λέει ιστορίες
Κρατώντας μες στα χέρια του παλιές φωτογραφίες
Πως έφυγε στα είκοσι, πήγε στη Γερμανία
Δούλευε σ' εργοστάσια, κοιμότανε στα κρύα

Πως έφτασε λαθραία ως την Αμερική
Να μένει σε ένα υπόγειο μαζί με άλλους δέκα
Γνώρισε όλους τους λαούς που υπάρχουν στη γη
Απ' το Κονγκό, τη Σαϊγκόν, τ' Αλγέρι και τη Μέκκα

Λάντζα στην Αμέρικα
Στην Γερμανία εργάτης
Τα μάτια σου τα γέρικα
Πληγές μιας βόλτας σκάρτης

Και είχε να μου λέει να χιλιάδες ιστορίες
Για υπόγειους τεκέδες για στέκια γι' αλητείες
Πως πέρασε τα χρόνια του και φύγανε τα νιάτα
Πως τα λιμάνια πέρασε και πόσα έπλυνε πιάτα

Τον είδα αρκετές φορές πλατεία Βικτορίας
Εκεί όπου τον γνώρισα τ' απόγευμα μιας Τρίτης
Τα ενενήντα κόντευε και λόγω ευγενείας
Σίγουρος είμαι πως ποτέ δεν ήτανε αλήτης

Πάνε δυο χρόνια που έφυγε μα εγώ δεν θα ξεχάσω
Τις ιστορίες του πάππου που τον ελέγαν Τάσο
Πως είχε πάντοτε μαζί φαΐ και λίγες πάστες
Κι έλεγε για τ' αδέρφια μου εδώ τους μετανάστες

Σε ξένα μέρη άγνωστα
Σε γράφανε σε λίστες
Τώρα κοιτάς τα άρρωστα
Τα εγγόνια σου φασίστες


Δείτε το σχετικό βίντεο.





Δευτέρα, 26 Μαΐου 2014

ΑΛΔΕΒΑΡΑΝ (Δ. ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ)



ΑΛΔΕΒΑΡΑΝ (Του Δημήτρη Λιαντίνη)



Οἱ πρῶτες παπαροῦνες τοῦ Μάη
ραμφίσανε μέ αἵματα τῆς ἄνοιξης
τό λαχουρί φουστάνι.
Δαμάστηκεν ὁ ἵμερος τῆς χλόης καθώς οἱ ἡλιαητοί
γιόρτασαν τήν γιορτή τῶν ταυροκαθαψίων.
Ἀπάντεχα μᾶς ξέβρασε ἡ βάρκα τῆς ἐλπίδας
στήν ἀκροπελαγιά τῆς μνήμης.
Χέρια καιρό γυμνασμένα γιά τό δοξάρι καί τόν πόλεμο
πού δέν ἄνοιξαν δρόμο καί πόρο
γιά τήν μεγάλη χώρα.
Ποῦ εἶναι τῆς γιορτῆς τό ρηγικό κεμέρι
ἡ σπατάλη μας ἀσπέδιστη
στοῦ κόσμου τήν ἀγυρτεία.
Ποῦ εἶναι τῆς Κυριακῆς τό αὔγασμα
μέ τά σπασμένα κρύσταλλα τῆς καμπάνας
καί τό μακεδονήσι στά μαλλιά.
Κι ὁ ξυλοκόπος τοῦ ὕπνου πού ἀνέβαινε
σκαλί – σκαλί τήν σκάλα
νά πριονίσει τό ἀσημόδεντρο στό δάσος τοῦ φεγγαριοῦ.
Ποῦ εἶσαι κλεισμένη ὦ!
στόν στειχιωμένο πύργο τῆς σιωπῆς
πιό ψηλή ἀπό τοῦ ἥλιου τόν ἴσκιο.
Ἄσπρη σάν τόν περιστεριώνα
πού ἀδιάκοπα κυβερνᾶ τά φτερά τῶν ἤχων.
Τήν ἔγνοια μας στούς λαμνοκόπους ἀφήσαμε
τῶν πουλιῶν.
Καί τοῦ ψωμιοῦ τόν κόπο καί τό κρασί
στήν ἁπλωσιά τοῦ ἀργέστη καί τόν καιρό
τόν πρωτομάστορα.
Ψηλώσαμε τήν ἐλεγεία της βροχῆς ἴσαμε τίς κορφές
τῶν κυπαρισσιῶν.
Τῶν κυπαρισσιῶν πού λογχίζουν ἀνάηχα τά σωθικά τῆς νύχτας.
Τά ἔργα καί οἱ μέρες μας
σκουτάρια καί φλάμπουρα νά φοβερίζουν τόν χάροντα
καβαλάρη στό ἀντίδρομο στρατοκαρτέρι.
Θά γράφεις μέ τό δάχτυλο
στήν μάταιην εὐκολία τῆς θάλασσας
τόν ἔρωτα καί τήν μακρυνή φωνή σου.
Καί θά κοιμᾶσαι σάν παιδί
στῶν ρόδων τά ματόφυλλα.
Ὅταν θά λαμπαδιάζεις μόνη ἐσύ
ἀσύγκριτη
στ’ ἀρκουδορέματα καί τίς ὀροσειρές τῆς μνήμης.


            (Δ. Λιαντίνης, ΟΙ ΩΡΕΣ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ, Ποιήματα, σελ. 20-21)


Πέμπτη, 22 Μαΐου 2014

ΑΠΡΟΣΜΕΝΟ ΤΑΞΙΔΙ (Ι. ΔΑΥΡΟΣ)



ΑΠΡΟΣΜΕΝΟ ΤΑΞΙΔΙ (Του Ιωάννη Δαύρου)

 

Αφιερώνεται στο γιό του φίλου μου που "έφυγε" απρόσμενα και είναι εμπνευσμένο από μία από τις τελευταίες αναρτήσεις στον "τοίχο" του στο "FB".



Σε παραλία απόμερη
σ' ονείρου θαλπωρή
να δραπετεύσω θέλησα...
Κι' οι βουές της πόλης,
κακόηχο κρεσέντο,
με τους κτύπους
της καρδιάς να σμίγουν,
που κάποιες ώρες
κάτι τη βαραίνει...
Σε θάλασσας
λυτρωτική αγκαλιά
η ψυχή που αλάργευε
όλο αφηνόταν,
ότι δεν είχε στη ζωή
σ' αυτή να πάρει...
Και βυθιζόμουν,
όλο βυθιζόμουν
και βυθός δεν υπήρχε,
μόνο μιά έλξη ακατανίκητη
σαν υπερκόσμιο ποτάμι
με παράσερνε,
στου ίδιου μου του είναι
τη πρωταρχική πηγή
με έρριχνε...
Ώσπου στη θάλασσα
του απείρου γλύστρησα...
Τώρα μιά θύμηση γλυκιά
μόνο είμαι
κι' όταν το δείλι γέρνει
θωπεύει εκείνες τις ψυχές
που η απουσία μου
στο κόσμο απαρηγόρητες
έχει αφήσει...


 

Τετάρτη, 21 Μαΐου 2014

Η ΕΛΕΝΗ ΤΗΣ ΣΠΑΡΤΗΣ (Δ. ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ)



Η ΕΛΕΝΗ ΤΗΣ ΣΠΑΡΤΗΣ (Απόσπασμα από το "ΓΚΕΜΜΑ" του Δημήτρη Λιαντίνη)



Την Τυνδαρίδα Ελένη
την είδα την ευώλενη,
από τη Σπάρτη στο Μυστρά
και στον καιρού τα σείστρα.
Κι ηύρα τον κόσμο σκήτη,
και μ’ ηύρε ο κόσμος ποιητή.

Η Ελένη της Σπάρτης είναι η ανάγνωση του ωραίου. Είναι η βίβλος γενέσεως και η βίβλος μελέτης του κόσμου, της φύσης, και των ανθρώπων.
Εκείνοι που την είδαν και την ακούσανε, και οι άλλοι που την εκάλεσαν και την εψηλαφήσαν, εγέννησαν την κόρη που της μοιάζει. Και με το φιλί που της πήρανε, από τα μεσάνυχτα ως τη χαραυγή, ήπιανε το αθάνατο νερό.
Έτσι την είδε, για παράδειγμα, ο Αλβέρτος Αϊνστάιν. Και καβάλησε την αχτίνα του άστρου, για να χυθεί στο άπειρο. Με ταχύτητα κίνησης εκατό φορές την απόσταση Αθήνας Λονδίνου στο δευτερόλεπτο.
Έτσι την εδάγκωσε μηλόστομη ένα πρωί ο Νεύτων. Και εζύγισε το πολύτιμο φορτίο που έχει. Εμέτρησε την ουράνια έλξη της με τη δύναμη της χρυσής αλυσίδας που δένει τους πλανήτες, τα άστρα, και τους γαλαξίες. Για να στέκουνται στο κενό χορευτικά, και να μη γκρεμίζουνται στο χάος ανηγεμόνευτα.
Έτσι βαθιά στα μάτια την εκοίταξαν ο Ράδερφορντ, ο Λεύκιππος, ο Μπορ. Και μέσα στα σωθικά της ύλης αποκάλυψαν την Ίριδα του πόθου της. Καθώς την αντίκρυ-σαν να πηδάει από τη μία στοιβάδα στην άλλη με τη λυγεράδα των φωτονίων.
Έτσι εχάιδεψε νωχελική και λαλέουσα τη μεταμόρφωση του κορμιού της ο Αναξίμανδρος και ο Δαρβίνος. Το φωτερό της σείσμα μέσα στο σκοτάδι της κοσμικής λήθης τους οδήγησε και εχάραξαν το δρόμο της γένεσης και του θανάτου των όντων. Αποκρυπτογράφησαν το χαμένο χρόνο, και αναστύλωσαν την καταγωγή των ειδών.
Έτσι ο Φρόυντ και ο Σοφοκλής διηύθυναν τη μουσική, τις συμφωνίες, και τις ζυγιές τα όργανα στα όνειρα του ύπνου της. Και τα βαφτίσανε αναστενάρηδες στη θράκα και πυρίχιο χορό, οργασμό του σύμπαντος, και θάνατο και λιβιδώ.
Έτσι αψηλοκοίταξε από μακρυά ο Έβερεστ τα βυζάκια της. Ανθισμένα στη λευκή παγωνιά των κορυφών, και στην πυρή καταλαμπή της θύελλας. Και εμέτρησε με τις πευκοβελόνες το μπόι της γης.
Έτσι ο Φρειδερίκος Νίτσε, στις αρχές του αγνού Ιανουαρίου, απομαγνήτισε την τρέλα της, την προσκυνητή και την πάνσεπτη. Και από τότε ο καημός του πλοηγεί τη γνώση μας στο μεγάλο κινδυνώνα.
Γιατί η Ελένη της Σπάρτης είναι το πρώτο και το μέγα γιατί. Είναι το πότε και το πού, που ξεκινούν από το παντού και το πάντα, και τελειώνουν στο πουθενά και στο ποτέ.
Αυτή με το βελούδο του χεριού της ακραγγίζει το αδυσώπητο πέλμα του πάνθηρα. Όταν ορμάει και διαδίνεται στις σαβάνες με τη βία της σιγής και της φήμης. Όσο να προφτάξει τον ιπτάμενο τρόμο της δορκάδας, και να σπάσει σφοδρά τον τράχηλο της. Και εξαντλημένος ύστερα να σταθεί να τη βλέπει χαυνωμένα, όσο να ξεψυχήσει.
Η Ελένη και η αχόρταγη γνώμη της, με την πεθυμιά που σέρνει ξωπίσω της την ουρά των κομητών και των υδάτων, ανοίγει τη σκοτεινή ενοχή της Κλυταιμνήστρας στο νυχτοπάτη φαλλό, τον κλέφτη. Και δεν ησυχάζει τη λάβρα της, παρά σαν καταπιεί όλες τις θάλασσες του Αισχύλου. Όταν εξαντλήσει το βαθύ χρώμα της πορφύρας στην κόψη του σπαθιού του Ορέστη.
Περνά η Ελένη, και πέρα μακρυά διαβαίνουν οι καταιγίδες της τροπόσφαιρας. Η λάβα των ηφαιστείων της περιλιθώνει το μανδύα των πετρωμάτων της γης. Οι ήρωες και οι πιστοί της εξορύσσουν τα ψήγματα της ανθρώπινης μοίρας από τα σπλάχνα των κρατήρων και τα έγκατα των ανοίξεων.
Και η διχαλωτή αστραπή της σπάζει τα μάτια των ανθρώπων σε χίλια κομμάτια εβένου. Μπροστά στις πύλες της Θήβας και στα Διρκαία ρείθρα.
Αχ! ποιος κορυδαλλός ετραγούδησε την Ελένη με την περιπάθεια του Ρωμαίου στη Βερόνα. Ποιος νηπενθής εθρήνησε την αιτία της με το θρήνο του πρίγκιπα Άμλετ μέσα στο χαντάκι του τάφου. Ποια δρόσος κατασκήνωσε μαζί της στο καμίνι της Ναστάσιας Φιλίπποβνας. Με τη φωτιά σαράντα πήχες ψήλος.
Όποιος την ερώτησε καταμεσής στη ρούγα του χωριού «-Μα ποιος είναι μπροστά μου ο νεκρός;» υποθήκεψε την ύπαρξη του με τη φρικτή της απόκριση: «- Της μάνας σου ο γιος.»
Και όσοι, στα λυχνανάμματα, αγγίξανε την παρυφή του ρούχου της, λίγο πριν ξημερώσει ψιθύρισαν αχνά την ευχή της αρχαίας αποτροπής: «- Ω που να μην είχα γεννηθεί!».
Όλα του λόγου μας, και τα άλλα και τα πολλά, λαλούν ανεκλάλητα την Ελένη. Και λογαριάζουνται λύτρα στη λάμψη της, και λιτρίδια στον ήλιο.
Όλα δηλώνουν τα δέματα και τα δώρα της, και τα αδρά της δοσίματα. Και με δίχως το δράμα της, ουδείς δικαστής θα δυνότανε να δικαιώσει το μηδέν και το δεν, που αδιάκοπα μας δένουν στη δίνη και στο δαρμό του δίκιου τους.
Στα όρη το συνετό φεγγάρι φωτίζει τα σφυρά της. Στους κάμπους πιασμένη χέρι χέρι με την άνοιξη διαβαίνει η προσδοκία της. Στις θάλασσες οι σπασμοί και ο ιχώρας της σπιθίζουν την κόψη των κυμάτων με το μενεξεδένιο ιώδιο του μυχού των μηρών της. Στα δερβένια και στα περάσματα η αλκυονίδα μέρα του χιτώνα της κατασταίνει το χειμώνα ελάχιστο.
Η Ελένη που πλάσανε οι έλληνες καθρεφτίζει την εμορφιά του θεού. Είναι ο νους και ο νόμος της φύσης. Σαρκώνει το δαχτυλικό αποτύπωμα της προέλασης των ωρών. Αντιδονεί το δόνακα της φωνής των φαινομένων. Κάτω εκεί στους καλαμιώνες του ποταμού Ευρώτα, το αγνό σπέρμα του Δία εχύθηκε στην αγνή γαστέρα της Λήδας. Και ο καιρός έφερε στο φως την Ελένη. Καταγγελία και μήνυση της εμορφιάς και της λύπης του κόσμου.
Όλοι την τραγουδούν και όλοι τη συμπαλεύουν. Αλλά ποτέ δε φτάνουν να την τελειώσουν. Ο Όμηρος και ο Στησίχορος, ο Ευριπίδης και ο Πλάτων, ο Γοργίας, ο Γκαίτε και ο Σολωμός.
Όλοι την τραγουδούν και όλοι τη συμπαλεύουν. Κι όλους τους διαλύνει με τη λύρα και με τη λάμψη της. Τον Υάκινθο και τον Ιάλεμο, το Ληναίο και το Λίνο, το Φάνητα και το Φανία, εσένα κι εμένα. Θα μένουμε, όσο μένει. Να τραγουδάμε το τραγούδι της.

Στους δρόμους που γκιζέριζα,
καθώς γιουδαίοι και ατσίγγανοι,
ό,τι έσπερνες εθέριζα,
αβαγιανούς και ρίγανη.
Έστρωνες το κρεβάτι μου
στα χέρια σου και στα σπαθιά,
κι έγερνα εγώ και τ’ άτι μου,
βαθύζωνη κι αλοταριά.



Τρίτη, 20 Μαΐου 2014

ΤΗΝ ΜΟΝΑΞΙΑ ΣΟΥ ΕΣΧΙΣΑ (Σ. ΒΑΡΒΕΡΗΣ)



ΤΗΝ ΜΟΝΑΞΙΑ ΣΟΥ ΕΣΧΙΣΑ (Του Σταύρου Βαρβέρη)



Η μοναξιά σου, περίκλειστο φαράγγι της σιωπής,
κακοτράχαλο.....λύγισε η βακτηρία μου.
Μόνο σαν χείμαρρος χειμώνας το διέσχισα,
με βοή,
που σαν ο πιο ψηλός σου βράχος άκουγε,
δύο ιλίγγους επάθαινε΄
έναν θωρώντας τον αφρό της παθιασμένης μου ορμής,
στα πιο βαθιά του σκέλια
κι έναν σαν έπαιζε κρυφτό
ο ήλιος με το σύννεφο,
μοιραία εκστατικά,
ποτίζοντας ζωή τα διψασμένα του θυμάρια.
Έτσι σαν νερό που τα αιχμηρά σου βράχια πλήγωσαν,
παρέα με τις πέτρες που παρέσυρα
την θάλασσα που μας περίμενε εγλύφανα
και τις δροσοσταλιές που ξέχασα,
αργά να σκαρφαλώνουν μέσα απ' τις ρίζες
στα άνθη των πλαγιών σου θα τις δεις,
ένα ξηρό καταμεσήμερο,
θα νοσταλγείς το λάθος του χειμώνα......


Δευτέρα, 19 Μαΐου 2014

ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΧΟΡΟΣ (INDILA)



ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΧΟΡΟΣ (Τραγούδι της Indila)



Ω γλυκό μου βάσανο,
Γιατί να μαλώνουμε αφού θα ξαναρχίσεις
Δεν είμαι παρά ένα τίποτα
Χωρίς αυτόν είμαι λίγο προβληματισμένη
Περιπλανιέμαι μόνη στο μετρό
Ένας τελευταίος χορός
Για να ξεχάσω τη μεγάλη μου δυστυχία
Θέλω να ξεφύγω, όλα να ξαναρχίσουν
Ω γλυκό μου βάσανο
Ανακατεύω τον ουρανό, την μέρα, τη νύχτα
Χορεύω με τον άνεμο, με τη βροχή
Λίγο αγάπη, μια σταγόνα μέλι
Και χορεύω, χορεύω, χορεύω, χορεύω, χορεύω, χορεύω
Και μέσα στο θόρυβο, τρέχω και φοβάμαι
Είναι η σειρά μου;
Έρχεται ο πόνος...
Μέσα σε ολόκληρο το Παρίσι, με εγκαταλείπω
Και πετώ μακριά, πετώ, πετώ, πετώ, πετώ
Μόνο ελπίδα...
Σε αυτόν τον δρόμο η απουσία σου...
Όσο κι αν προσπαθήσω, η ζωή μου χωρίς εσένα δεν είναι παρά ένα αστραφτερό ντεκόρ
Ανακατεύω τον ουρανό, την μέρα, τη νύχτα
Χορεύω με τον άνεμο, με τη βροχή
Λίγο αγάπη, μια σταγόνα μέλι
Και χορεύω, χορεύω, χορεύω, χορεύω, χορεύω, χορεύω
Και μέσα στο θόρυβο, τρέχω και φοβάμαι
Είναι η σειρά μου;
Έρχεται ο πόνος...
Μέσα σε ολόκληρο το Παρίσι, με εγκαταλείπω
Και πετώ μακριά, πετώ, πετώ, πετώ, πετώ
Σε αυτό το γλυκό βασανιστήριο.
Που πλήρωσα όλες τις προσβολές του
Άκου πόσο μεγάλη είναι η καρδιά μου
Είμαι ένα παιδί του κόσμου
Ανακατεύω τον ουρανό, την μέρα, τη νύχτα
Χορεύω με τον άνεμο, με τη βροχή
Λίγο αγάπη, μια σταγόνα μέλι
Και χορεύω, χορεύω, χορεύω, χορεύω, χορεύω, χορεύω
Και μέσα στο θόρυβο, τρέχω και φοβάμαι
Είναι η σειρά μου;
Έρχεται ο πόνος...
Μέσα σε ολόκληρο το Παρίσι, με εγκαταλείπω
Και πετώ μακριά, πετώ, πετώ, πετώ, πετώ


 DERNIERE DANCE

Oh ma douce souffrance,
Pourquoi s'acharner tu r'commence
Je ne suis qu'un être sans importance
Sans lui je suis un peu "paro"
Je déambule seule dans le metro
Une dernière danse
Pour oublier ma peine immense
Je veux m'enfuir, que tout recommence
Oh ma douce souffrance
Je remue le ciel, le jour, la nuit
Je danse avec le vent, la pluie
Un peu d'amour, un brin de miel
Et je danse, danse, danse, danse, danse, danse
Et dans le bruit, je cours et j'ai peur
Est-ce mon tour?
Vient la douleur...
Dans tout Paris, je m’abandonne
Et je m'envole, vole, vole, vole, vole
Que d’espérance...
Sur ce chemin en ton absence
J'ai beau trimer, sans toi ma vie n'est qu'un décor qui brille, vide de sens
Je remue le ciel, le jour, la nuit
Je danse avec le vent, la pluie
Un peu d'amour, un brin de miel
Et je danse, danse, danse, danse, danse, danse
Et dans le bruit, je cours et j'ai peur
Est-ce mon tour?
Vient la douleur...
Dans tout Paris, je m’abandonne
Et je m'envole, vole, vole, vole, vole
Dans cette douce souffrance.
Dont j'ai payé toutes les offenses
Ecoute comme mon cœur est immense
Je suis une enfant du monde
Je remue le ciel, le jour, la nuit
Je danse avec le vent, la pluie
Un peu d'amour, un brin de miel
Et je danse, danse, danse, danse, danse, danse
Et dans le bruit, je cours et j'ai peur
Est-ce mon tour?
Vient la douleur...
Dans tout Paris, je m’abandonne
Et je m'envole, vole, vole, vole, vole


Δείτε παρακάτω τα σχετικά βίντεο.








Κυριακή, 18 Μαΐου 2014

ΚΑΛΕΣΜΑ (Κ. ΚΑΝΑΚΗ-ΑΞΟΥΓΚΑ)




ΚΑΛΕΣΜΑ (Της Κατερίνας Κανάκη-Αξούγκα)



Θα ρθεις
φορώντας τα καλά σου
το καπνισμένο από το χνώτο του δειλινού
άσπρο πουκάμισο
και
το μαύρο με τσάκιση παντελόνι.
Θα μ' αγναντεύεις από τον καθρέφτη
του αυτοκινήτου σου,
βηματοκυματούσα,
με άσεμνη χάρη,
με τη φούντωση του στήθους ξεσκέπαστη
να σου φωνάζω: έλα!!!
Έλα φορτωμένος λαγνεία
με το ανεπίστρεπτο ταξίδι, έλα σε μένα!
Κάτω από των φυλλωμάτων τα φιλήματα
με το κοκκινόρωγο σταφύλι των κρασιών μου
θα σε μεθύσω, εσένα,
τον γευσιγνώστη των ηδονών.
Μαζί το λίγο θα κάνουμε πολύ
και τις στιγμές αιώνα.



 

Πέμπτη, 15 Μαΐου 2014

ΕΜΒΑΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΩΚΕΑΝΟΥ (Γ. ΡΙΤΣΟΣ)



ΕΜΒΑΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΩΚΕΑΝΟΥ (Του Γιάννη Ρίτσου)



Είχαμε τον κήπο στην άκρη της θάλασσας.
Απ’ τα παράθυρα γλυστρούσε ο ουρανός
κ’ η μητέρα
στο χαμηλό σκαμνί καθισμένη
κεντούσε τους αγρούς της άνοιξης
με τ’ ανοιχτά κατώφλια των άσπρων σπιτιών
με τα όνειρα των πελαργών στην αχυρένια στέγη
γραμένη στη γλαυκή διαφάνεια.
Εσύ δεν είχες έλθει ακόμη.
Κοιτούσα τη δύση και σ’ έβλεπα
—μια ρόδινη ανταύγεια στα μαλλιά σου
—ένα μειδίαμα σκιάς βαθιά στη θάλασσα.
Η μητέρα μου κρατούσε τα χέρια.
Μα εγώ
πίσω απ’ τον τρυφερό της ώμο
πίσω απ’ τα μαλλιά της τα χλωμά
στρωτά μ’ ένα άρωμα υπομονής κ’ ευγένειας
κοιτούσα σοβαρός τη θάλασσα.
Ένας γλάρος με φώναζε
στο βάθος της εσπέρας
εκεί στη γαλανή καμπύλη των βουνών.


Δευτέρα, 5 Μαΐου 2014

"ΕΡΩΣ ΑΝΙΚΑΤΕ ΜΑΧΑΝ" (ΣΟΦΟΚΛΗΣ)




"ΕΡΩΣ ΑΝΙΚΑΤΕ ΜΑΧΑΝ" (Απόσπασμα από την "Αντιγόνη" του Σοφοκλέους σε μετάφραση Κ. Μάνου)



Έρωτα ακαταμάχητε,
εσύ που ξενυχτίζεις
στου κοριτσιού τα μάγουλα,
εσύ που αιχμαλωτίζεις
ως και τον πλούσιον άνθρωπο,
και στις καλύβες μπαίνεις
και θάλασσα διαβαίνεις
και θάλασσα περνάς !

Κι ούτε κανείς αθάνατος
εγλύτωσε από σένα,
ουτ' άνθρωπον εφήμερο
δεν άφησες κανένα,
εσύ που' σαι το λούλουδο
ζωής τυραγνισμένης,
εσύ που ξετρελλαίνεις
εκείνον που κρατάς !
Εσύ και δίκιον άνθρωπο
σπρώχνεις στην αδικία,
εσύ και τώρα εσήκωσες
τέτοια φιλονεικία.
Κι ο πόθος κόρης όμορφης
που βασιλεύει ακόμη,
παρά οι μεγάλοι νόμοι
που εδώσαν οι θεοί.



Κυριακή, 4 Μαΐου 2014

ΧΩΡΙΣ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ (ΒΑΝΤΙΜ ΝΕΓΚΑΤΟΥΡΟΦ)



ΧΩΡΙΣ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ (Του δολοφονημένου στον εμφύλιο της Ουκρανίας τον Μάη του '14 στην Οδυσσό, Βαντίμ Νεγκατούροφ)



Θα επιστρέψω στο πατρικό μου σπίτι … Θα επιστρέψω – ναι, αναμφίβολα!
Ακόμη κι αν είναι χειμώνας, εκείνη την μέρα Μάης θα είναι!
Και το γερασμένο σκυλί κάτω από την ανθισμένη πασχαλιά
θα με αναγνωρίσει άξαφνα και θα με χαιρετίσει γαυγίζοντας!
Θα επιστρέψω στο πατρικό μου σπίτι μετά από άχρηστες μάχες θηριώδεις,
μετά από τρέλες βρώμικες, που χορτάσαμε αμαρτία…
Θα επιστρέψω! Πέλαγος τρυφερό με αλμυρό αφρό θα με πλύνει
και η στέπα της ακτής χαμόμηλο θα ψήσει!
Θα σταθώ ενώπιον του Πατρός με αργοπορημένη, μα υγιή ενόραση,
ότι άχρηστη είναι η μάχη για επινοημένη μετοχή της ζωής…
Θα επιστρέψω χωρίς να έχω αξιωθεί τη Σωτηρία και τον Παράδεισο
μα με την ελπίδα ότι θα βρω τη Σωτηρία και τον Παράδεισο…










Σάββατο, 3 Μαΐου 2014

ΔΙΑΦΑΝΟΣ ΤΟΙΧΟΣ (Σ. ΒΑΡΒΕΡΗΣ)



ΔΙΑΦΑΝΟΣ ΤΟΙΧΟΣ (Του Σταύρου Βαρβέρη)



Στα μικρά σπιτάκια με τα λιτά δωμάτια
και τις ασβεστωμένες αυλές,
ταξίδια μακρινά ο νους μες την καρδιά απλώνει,
όταν τα μάτια κοντινά τα πάντα αγγίζουν.
Και τ' άστρα της κληματαριάς,
εάν το χέρι σου σηκώσεις μες την χούφτα σου κρατάς,
πράσινα κιτρινοκαφετιά στην καλοκαιρινή τους λάμψη.
Κι όλα τα χρώματα στις γλάστρες,
ανάκατα τα βρίσκεις με τα φρούτα του πλανόδιου μανάβη,
σαν λιγοστές νοικοκυρές πια, ξεδιαλέγουν.
Κι όταν το σούρουπο, αυτό που μέσα σου φωνάζει,
αναμετριέται με φωνές παιδιών, που παίζουν την ζωή στον δρόμο
αγκαλιά με το μονότονο, μεθυστικό, των τζιτζικιών τραγούδι,
πάνω και κάτω απ' της ελιάς την σταχτοπράσινη απλότητα,
ίσως εκεί να 'ναι κρυμμένος ο πιο αληθινός σου στίχος,
που όλη την αυλή συνθέτει.
Απ' της καρδιάς σου τον διάφανο τοίχο,
έως της μικρής αυλόπορτας το μέσα-έξω,
σαν τρίζει κάτω απ' της κληματαριάς τα άστρα.



ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΜΕ ΤΟ ΧΡΟΝO (LEONA LEWIS)




ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΜΕ ΤΟ ΧΡΟΝΟ (Τραγούδι της Leona Lewis)



Ήταν ο μεγαλύτερος χειμώνας μακρυά σου,
δεν ήξερα σε ποιόν να στραφώ.
Βλέπεις για κάποιο λόγο δε μπορώ να σε ξεχάσω,
μετά από τόσα που περάσαμε μαζί.
Φεύγουν, έρχονται...
Νόμιζα ότι άκουσα χτύπημα,
ποιός είναι; Κανείς!
Σκέφτομαι ότι το αξίζω,
τώρα καταλαβαίνω ότι στ' αλήθεια δεν ήξερα...
Αν δε το 'χες καταλάβει, σήμαινες τα πάντα για μένα,
αλλά μαθαίνω γρήγορα ν' αγαπώ και πάλι.
Αυτό που ξέρω είναι ότι θα γίνω πάλι καλά...
Νόμιζα ότι δε θα μπορούσα να ζήσω χωρίς εσένα,
θα πονέσει κι' όταν θα θεραπεύεται
όλα θα γίνουν καλύτερα με το πέρασμα του χρόνου.
Παρόλο που σε αγαπάω πραγματικά,
θα χαμογελάσω γιατί το αξίζω.
Όλα θα γίνουν καλύτερα με το πέρασμα του χρόνου...
Δεν μπορούσα ν' ανοίξω τη τηλεόραση
χωρίς κάτι να μου θυμίζει
ότι ήταν τόσο εύκολο
να αφήσεις στην άκρη τα αισθήματα σου...
Αν ονειρεύομαι δε θέλω να γελάσεις,
πληγώνονται τα συναισθήματα μου
αλλά αυτός είναι ο δρόμος,
θα πιστεύω και ξέρω ότι ο χρόνος θα το γιατρέψει...
Αν δε το παρατήρισες αγόρι μου σήμαινες τα πάντα
αλλά μαθαίνω γρήγορα ν' αγαπώ και πάλι.
Αυτό που ξέρω είναι ότι θα γίνω πάλι καλά...
Νόμιζα ότι δε θα μπορούσα να ζήσω χωρίς εσένα,
θα πονέσει όταν θα γίνεται καλά
κι' όλα θα γίνουν καλύτερα με το πέρασμα του χρόνου.
Παρόλο που σ' αγαπώ πραγματικά
θα χαμογελάσω γιατί το αξίζω.
Όλα θα γίνουν καλύτερα με το πέρασμα του χρόνου...
Αφού δεν υπάρχουμε πλέον εσύ κι' εγώ
είναι η ώρα να σε αφήσω να φύγεις
ώστε να μπορώ να είμαι ελεύθερη
και να ζήσω τη ζωή μου όπως θα έπρεπε.
Δεν έχει σημασία πόσο δύσκολο θα είναι,
εγώ θα είμαι μια χαρά χωρίς εσένα.
Ναι θα είμαι!


Better In Time


It's been the longest winter without you
I didn't know where to turn to
See somehow I can't forget you
After all that we've been through
Going coming thought I heard a knock
Who's there no one
Thinking that I deserve it
Now I realize that I really didn't know
If you didn't notice you mean everything
Quickly I'm learning to love again
All I know is I'm gonna be ok
Thought I couldn't live without you
It's gonna hurt when it heals too
It'll all get better in time
Even though I really love you
I'm gonna smile cause I deserve to
It'll all get better in time
I couldn't turn on the TV
Without something there to remind me
Was it all that easy
To just put aside your feelings
If I'm dreaming don't wanna laugh
Hurt my feelings but that's the path
I'll believe in
And I know time will heal it
If you didn't notice boy you mean everything
Quickly I'm learning to love again
All I know is I'm gonna be ok
Thought I couldn't live without you
It's gonna hurt when it heals too
It'll all get better in time
Even though I really love you
I'm gonna smile cause I deserve to
It'll all get better in time
Since there's no more you and me
It's time I let you go
So I can be free
And live my life how it should be
No matter how hard it is I'll be fine without you
Yes I will
Thought I couldn't live without you
It's gonna hurt when it heals too
It'll all get better in time
Even though I really love you
I'm gonna smile cause I deserve to (yes I do)
It'll all get better in time



Δείτε παρακάτω το σχετικό βίντεο.