Δευτέρα, 10 Μαρτίου 2014

ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΚΑΙ ΠΟΙΗΣΗ (Δ. ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ)




ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΚΑΙ ΠΟΙΗΣΗ (Απόσπασμα από το "ΕΞΥΠΝΟΝ ΕΝΥΠΝΙΟΝ" του Δημήτρη Λιαντίνη)



Ενός ποιητικού έργου η φιλοσοφική ερμηνεία ση-μαίνει μια προσπάθεια, στην οποία αναγνωρίζεται εξ υπαρχής η εμπλοκή στους αντινομικούς του πνεύματος σχηματισμους.

Το αληθές και το ωραίο αποτελούν πληρώματα ομόλογα και συνεργά στην ενική ολότητα του όντος. Η οντολογική τους όμως αυτοτέλεια επιτρέπει να υψωθούν στη σύνθεση μόνο μετά τη διαλεκτική τους αναμέτρηση. Αναγκαία η ερμηνευτική συσχέτιση φιλοσοφίας και ποίησης πραγματοποιείται σε μια πολεμική ζώνη αμφίπληκτη.

Της παρούσας εργασίας αυτή είναι η την οποία αντιμετωπίζει δυσκολία.

Παρότι φιλοσοφία και ποίηση κατατείνουν σε στόχο κοινό, δηλαδή στην από τον άνθρωπο γνωστική κατάκτηση του όντος, φαίνεται ότι υποπτεύουν η μία την άλλη, στην ανώτερη τουλάχιστον λειτουργική τους σφαίρα.

Η απλοϊκή φιλοσοφία αδιαφορεί κατά κανόνα στις ετεροφυείς αισθητικές παρεισδύσεις. Και η απλοϊκή ποίηση πολλές φορές διδάσκει και γνωμολογεί με ευσχημία σχολαστική. Εφ’ όσον όμως και οι δύο υπηρετούν την ανάγκη του πνεύματος με γνησιότητα και ευθύνη, αποκρούουν σταθερά τη συνάντηση. Το διαλλακτικό «τόσον … όσον» υποτάσσεται στο αμείλικτο «είτε … είτε».

Ότι η φιλοσοφία δεν εξαρκεί στη γνωστική κατάκτηση του όντος καθορίζεται από την ανάγκη, να μένει ανεπιτέλεστος ο αγώνας, που διεξάγεται στο υποκείμενο για τη συμφιλίωση του νοείν και του Είναι.

Ότι και η ποίηση δεν εξαρκεί στη γνωστική κατάκτηση του όντος καθορίζεται από τη φύση του μέσου, με το οποίο επιχειρεί να εκπορθήσει το ον. Διότι το μέσον της ποίησης δεν είναι το νοείν.

Η μεγάλη ποίηση δεν ένοιωσε ποτέ την έλλειψη της φιλοσοφίας. Αλλά και η εναντίωση της φιλοσοφίας προς την ποίηση, που εμφανίζεται στον Ησίοδο και τον Πλάτωνα, στον ι. Αυγουστίνο και τον Kierkergaard, στον Κομφούκιο και το Nietzsche – για να σταθεί κανείς σε παραδείγματα – κατοπτρίζει την βέβαιη υποψία των φιλοσόφων για την κίβδηλη επιχείρηση των ποιητών.

Παρά ταύτα σε μια υψηλότερη περιοχή κατανόησης – την πιο υψηλή – όπου το αληθές και το ωραίο συναιρούνται σε ενότητα αόριστη, για την ανθρώπινη ύπαρξη απειλητική και επικίνδυνη, η φιλοσοφία και η ποίηση συμπλησιάζουν και συνεννοούνται. Ο ποιητικός φιλόσοφος κατανεύει στο φιλοσοφικό ποιητή.

Εφ’ όσον η φιλοσοφία απόφυγε προνοητικά να οδηγήσει σε τέλος τον αγώνα για την κατάκτηση του όντος, απότυχε βέβαια και καθ’ οδόν εχάθηκε. Αλλ’ αφήκε ανοικτή τη δυνατότητα και αλώβητο τον πόθο για το ον. Αυτό συνέβηκε με τους Έλληνες έως την εποχή του Αριστοτέλη. Το φιλοσοφείν εξέλιπε και των φιλοσόφων ο άθλος απόμεινε στην ημιτελή διαδικασία του συντελεσμού. Το νικητήριο τέλος του αγώνα τους δεν επέπρωτο να το χαρούν και να το ιδούν, καθώς ο μυθικός γενάρχης τους ο Ηρακλής δεν πρόφτασε να γιορτάσει την νίκη του τελευταίου άθλου του, αλλά εχάθηκε ενώ τον εκτελούσε.

Η νεώτερη φιλοσοφία διάπραξε το λάθος να εκβιάσει το τέλος του αγώνα για την κατάκτηση του όντος και εξέπεσε στο σύστημα. Το αποτέλεσμα εστάθηκε να κερδίσει κακεκτικό το είδωλο του όντος και να διασπάσει μικρόψυχα την ενιαία της υπόσταση στα μη ικανά τρίμματα των επιστημών.

Το λάθος ήταν τόσο βαρύ, ώστε της φιλοσοφίας ο θάνατος δεν ήταν δυνατό να παραβληθεί διαφορετικά, παρά μόνο με το θάνατο του Θεού (1881 Nietzsche). Αντί δηλαδή για το Είναι, το σώμα, εκέρδισε το είδωλο του Είναι, το πτώμα. Ενωρίτερα ήδη ο Kierkegaard στιγματίζοντας την αισχυντηλή εκτροπή παράβαλε το σύστημα με τη σκέψη, στην οποία έλειπε ο σκεπτόμενος, και στη θεωρητική φιλοσοφία είδε το γιατρό, που μαζί με τον πυρετό εξαφάνισε και τον άρρωστο. Η φράση του Δημόκριτου



νεκρόν ιατρεύειν


εζωντάνεψε στο στόμα του Kierkegaard για να νεκρολογήσει το θνησιμαίο πνεύμα της εποχής του.

Το μεγάλο πρόβλημα που εβασάνισε το Rembrandt στην «Ανατομία» ήταν να δώσει τον τρόπο στο δόκτορα Tulp να κάνει το μάθημά του πάνω σ’ ένα αντικείμενο, το οποίο να είναι ακέραιο. Αλλά στο πτώμα αναγκαία απουσιάζει ο θάνατος και ανατομία δεν ημπορεί να γίνει πάνω στο σώμα. Την δραματική θέση του Rembrandt ώριζε η ανάγκη ν’ αποφύγει, ό,τι ακριβώς εχρειαζόταν.

Το ίδιο τραγικό αδιέξοδο χαρακτηρίζει τη γνήσια ποίηση και τη γνήσια φιλοσοφία. Προκειμένου για τη θεώρηση του όλου η μία έχει μόνο το πτώμα και της είναι αχρηστευμένο, η άλλη έχει μόνο το σώμα και της είναι απαγορευμένο.

Το αποκλειστικό γνώρισμα στην ποίηση του Rilke είναι η αγωνία του να διασώσει στο αντικείμενο που ερευνά ταυτόχρονη την παρουσία της ζωής και του θανάτου στη φυσική αναλογία τους.

Η φιλοσοφία και η ποίηση θεραπεύουν το πνεύμα και κινιούνται αντίστοιχα στις περιοχές του αληθούς και του ωραίου. Η δυσκολία που παρακολουθεί το έργο του ποιητικού φιλόσοφου, συμπίπτει με τη δυσκολία στο έργο του φιλοσοφικού ποιητή.

Την τυπολογική διαφορά των δύο καθορίζει η παραπληρωματική δόμηση των διαφορετικών μεθόδων. Το δευτερεύον στο φιλόσοφο είναι πρωτεύον για τον ποιητή και αντίστροφα.

Η αδυναμία και των δύο να κατακτήσουν το ον ημπορεί να διατυπωθεί αρνητικά και θετικά:

Η φιλοσοφία θα έφθανε στο ον, αν κάτεχε και το καλό. Το καλό αν δεν της απόμενε μόνο, στο ον θα έφθανε κι η ποίηση.

Η ποίηση θα έφθανε στο ον, αν κάτεχε και το αληθές. Το αληθές αν δεν της απόμενε μόνο, στο ον θα έφθανε και η φιλοσοφία.


Παρά τη χρήση και των δύο δυνατοτήτων από τον άνθρωπο, το ον παραμένει ακατάκτητο. Μέσα στο χρόνο (αεί) ισχύει ο απαίσιος λόγος του Αριστοτέλη ( εφ’ ω απαίσιος, διό προφητικός) με τον οποίο καθορίστηκε στον αιώνα η προσπάθεια του ανθρώπου ως αποτυχία:



Το ον το αεί ζητούμενον και αεί απορούμενον.


Η φιλοσοφία κερδίζει διαυγές το είδωλο του όντος. Η ποίηση κερδίζει αόριστο το Είναι του όντος.

Το σύμμικτο αποτέλεσμα οφείλεται στην αναγκαία συζυγία της πληρότητας (διαυγές Είναι) και της έλλειψης (θολόν Είδωλο).

Το σύμμικτο αποτέλεσμα της φιλοσοφίας και της ποίησης σε συνάρτηση με τον ανθρώπινο πόθο για την κατάκτηση του όντος εμφανίζεται μεταμορφωμένο στην αναγκαιότητα του αγαθού. Το αγαθό είναι προϊόν των συγκλινουσών του αληθούς και του ωραίου επί του οντολογικού πεδίου των δυνατοτήτων του ανθρώπου.

Την περιοχή του αγαθού, που ορίζεται μεταξύ των απαρχών της ελπίδας και της απελπισίας ή μεταξύ των απαρχών του δυνατού και του αδύνατου, ονομάζει ο Πίνδαρος «έμπρακτον μαχανάν» και την συνιστά στον άνθρωπο ως τον τελικό σκοπό του πρακτικού του χρέους, καθώς αποτρέπει τούτον από τη θήρευση του θεϊκού βίου.

Στην ίδια περιοχή κινείται και ο ποιητικός κόσμος του Rilke, το ενδοσύμπαν.

Εάν ήταν δυνατό να ευρεθεί ένας τρίτος ανθρώπινος τύπος – ως ζητητής του όντος – επάνω από τους φιλοσόφους και τους ποιητές, που να μεταχειρισθεί το διαυγές μόνο της φιλοσοφίας και το Είναι μόνο της ποίησης, ο ζητητής αυτός θα μας οδηγούσε ασφαλώς στην απόλυτη γνώση. Διότι θα εκινιόταν στη διάσταση της πληρότητας.

Αλλά αυτόν τον τρίτο τύπο απόκλεισε πρώιμα η ανθρωπολογία της προσωκρατικής φιλοσοφίας και όψιμα η σύγχρονη ποίηση.

Ο Ηράκλειτος όρισε το βίο του ανθρώπου ως το θάνατο του θεού και αντίστροφα.

Ο Rilke περιέγραψε τον ανθρώπινο βίο ως την άρρητη θέση του επίπονου Πουθενά, που μεταπίπτει αέναα από το ακήρατο Ελάχιστο στο κενό Πλείστο.

Είναι δυνατό να αναφέρουμε ως ποιητικούς φιλοσόφους – για να σταθεί κανείς σε παραδείγματα – τον Πλάτωνα, τον ι. Αυγουστίνο και τον Bergson, ως φιλοσοφικούς ποιητές τον Αισχύλο, τον Dante και τον Holderin.

Ο Ηράκλειτος και ο Rilke δεν είναι ούτε ποιητικοί φιλόσοφοι, ούτε φιλοσοφικοί ποιητές. Διότι είναι κάτι περισσότερο και από φιλόσοφοι και από ποιητές. Είναι οι εχέφρονες αγωνιστές στην υπηρεσία μιας ανέφικτης δυνατότητας και φέρονται ως άρρητα φαινόμενα ορμής προς τη διάσπαση των ανθρωπίνων ορίων, ενώ τους κυβερνά η ήρεμη συνείδηση, ότι τα ανθρώπινα όρια δεν υπερβαίνονται.

Η δραματική ένταση της «Ανατομίας του δόκτορος Tulp», που στον πίνακα του Rembrandt εμφανίζεται με φύση «μιμητική», σ’ αυτούς, εξ αιτίας του τρόπου ζωής των, έχει φύση «φυτουργική».

Βεβαίως δεν ημπόρεσαν να πραγματοποιήσουν τον τρίτο τύπο ζητητού, αλλά επέτυχαν να κρατήσουν την ζωή τους σε μια νέα διάσταση, ένα σημείο ακριβέστερα (ά – τοπος τόπος), ανάμεσα στο Είναι και το μη – Είναι. Τη διάσταση αυτή την ονομάζουμε το δυνατό Αδύνατο.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου