Παρασκευή, 21 Μαρτίου 2014

ΘΛΙΨΗ ΒΑΛΚΑΝΙΚΗ ΠΟΥ ΖΑΛΙΚΩΘΗΚΑ… (Π. ΣΤΑΘΟΓΙΑΝΝΗΣ)




ΘΛΙΨΗ ΒΑΛΚΑΝΙΚΗ ΠΟΥ ΖΑΛΙΚΩΘΗΚΑ… (Του Πάνου Σταθόγιαννη)



Όταν πεθάνω,
έξι δισεκατομμύρια άνθρωποι θα βγουν και θα σταθούν αμίλητοι και θλιμμένοι στα κατώφλια των σπιτιών τους. Θα κρατούν τα χέρια τους σταυρωμένα κι αμήχανα - ρίζες κουτσουρεμένες τα δάχτυλα, μαύρα τα νύχια. Θα είναι όλοι τους τόσο θλιμμένοι, που ο ήλιος δε θα δει τα πρόσωπά τους εκείνη την ημέρα. Γιατί η θλίψη, ολόσωμη και τρομερή, θα τους ζουπάει τα κεφάλια - σκυφτοί να κάθονται, προσηλωμένοι. Να κοιτάνε κατάχαμα. Εκεί που κάποτε ευδόκησε η σκιά μου να γλιστρήσει, κρατώντας παραμάσχαλα αγάλματα και ρόδια κι ένα λογάκι λιγοστό, που όλοι το ’λέγαν Λόγο.
Καθυστερώντας κάμποσες φορές επίτηδες, τις κυρτωμένες απ’ τη θλίψη ράχες τους ν’ αγγίξει. Όπως συχνά γλιστρούσε και τους άγγιζε στα πιο καλά τους όνειρα,
τότε που βλέπανε
πως τα ’χανε μουντζώσει όλα ετούτα: τα σπίτια, τα παιδιά, το πάρε-δώσε της αγοράς (κι όλο με τους ριγμένους το ριζικό τους), τα μεροκάματα της θλίψης,
κι είχαν ανάσκελα ξαπλώσει στο παχύ χορτάρι να φουμάρουν, χαζεύοντας τα σύννεφα στον ουρανό ν’ αλλάζουν σχήματα ακαταπαύστως και να κυνηγιούνται
λαχανιασμένα,
μες στον ιδρώτα,
τρέμοντας,
κατά την Αρκαδία της πιο παιδικής τους ηλικίας. Που οι συμμαθητές της τη φωνάζανε Φανή κι είχε ένα γόνατο γδαρμένο και μία τρύπα με σπιθούρι στο βρακί της. Αλλά αμέτρητα τα θαύματα που υποσχόταν: παιχνίδια με εύγευστη λαδομπογιά, ένα βασίλειο όλο ξύλινα αμαξάκια, έναν μικρούλη Πάνα, δωδεκαετή, να τους κρατάει από το χέρι, όταν διαβαίνουν τα μεγάλα δάση. Ωραία πράγματα, υπέροχα,
όχι ετούτα τα γρανάζια
που τους εμάσησαν αργότερα, σαν το απρόσεκτο πουκάμισο. Και τους μασάνε ακόμα. Γιατί, μόλις βγούνε από το όνειρο (όπου συχνά ο ίσκιος μου είχε γλιστρήσει, καθότι, εν ζωή, σε τέτοια μέρη σύχναζε η αφεντιά μου) -
τέρμα το παχύ χορτάρι και τα δαχτυλίδια του καπνού, τέρμα τα καυλωμένα σύννεφα, τέρμα τα δώρα της Φανής.
Μονάχα τα γρανάζια, το σκισμένο ρούχο - αίμα και μηχανέλαιο στη μασημένη σάρκα.
Όταν πεθάνω,
έξι δισεκατομμύρια άνθρωποι θα βλαστημήσουνε τη θλίψη τους που τους εμπόδισε να ιδούν πόσο θλιμμένος ήμουν (εκτός από τον ίσκιο μου - τίποτα άλλο δεν είχα) εν μέσω του θλιμμένου πλήθους τους. Όμως τη θλίψη τους, όσο και να τη βλαστημήσουνε, να τη νικήσουν δε θα καταφέρουν.
Όταν πεθάνω,
θλιμμένη θα την πούνε την Παρασκευή.


(‘‘Νότια Θηρία’’, εκδόσεις Διεθνές Κέντρο Λογοτεχνών και Μεταφραστών Ρόδου, 2000)



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου